ΤΑ ΚΕΛΛΙΑ ΤΗΣ ΤΗΝΟΥ

ΤΑ ΚΕΛΛΙΑ ΤΗΣ ΤΗΝΟΥ
Και στα Κελλιά με χρώματα άσπρα και ήλιο μεθούν

domenica 10 agosto 2014

Είναι καιρός να επανέλθει η ιστορική ονομασία

Καλλονή ή Κελλιά

http://www.ophioussa.com/odoiporiko/page%20odoip03.html

Π. Αντώνης Φόνσος

Το κέντρο της περιοχής είναι το χωριό Καλλονή. Μέχρι το 1955 ονομαζόταν "Κελιά" ή Κελλιά. Βρίσκεται σε υψόμετρο 210 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας. Όλα τα έγγραφα στο ΑΚΤ αναφέρουν το όνομα του χωριού ως Chelia ή Κellia.(βλ. Π.χ. τη μελέτη του G. Hoffman S.J. Vescovadi Cattolici della Grecia. Β, Tinos). Στο δε ενοριακό αρχείο και κυρίως στον Ενοριακό Κώδικα (Libro Maestro) πάντα έχουµε την ίδια γραφή, δηλαδή: Chelia, Kellia, Celia. Έτσι έχουµε Π.χ. το: «Libro maestro della Chiesa Parocchiale di CELIA». Στα βιβλία της ενορίας το όνομα «Καλλονή» αντί «Κελιά» αναφέρεται για πρώτη φορά, στο βιβλίο βαπτίσεων, στις 24/11/1955.
Από λάθος προφορά, ή από λάθος αντιγραφή ιταλικών και λατινικών εγγράφων οι ιστορικοί της Τήνου του περασμένου αιώνα, κυρίως ο Δρόσος και ο Καιροφύλας, αναφέρουν το χωριό µε το όνομα «Κοιλιά». Αυτό έκαμε τους κατοίκους και το τότε κοινοτικό συμβούλιο να πάρουν την απόφαση που εγκρίθηκε µε βασιλικό διάταγμα και μετονόμασαν το χωριό σε Καλλονή. Είναι καιρός, νομίζω, ο Δήμος να πάρει την απόφαση για να επανέλθει το πρώτο ιστορικό όνομα: Κελιά. Και αυτό γιατί, το τότε κοινοτικό συμβούλιο, από άγνοια της ιστορίας, εισηγήθηκε για τη μετονομασία του οικισμού, βασισμένο σε λανθασμένο σκεπτικό.
Υπάρχουν δύο εκδοχές για την προέλευση της ονομασίας "Κελιά": (α) Το όνομα μπορεί να το πήρε, από τα διάφορα ερημητήρια καλόγερων που ζούσαν στην περιοχή. Δηλαδή, από τα «κελιά» των μοναχών που υπήρχαν διάσπαρτα στην ευρεία περιοχή, ο νέος οικισµός που διαμορφώνονταν σε αυτή τη περιοχή, αποκαλέστηκε: «στα Κελιά», εννοώντας στα μέρη που υπάρχουν πολλά κελιά μοναχών. 'Η, (β), το όνοµα το πήρε από τους διάφορους µικρούς «οικισµούς» που βρίσκονταν στη περιοχή. Πολλοί κάτοικοι ζούσαν σε διάφορες «κατ'κιές» (κελιά) στη ευρύτερη περιοχή και κάποτε µετοίκησαν στα πεδινά προς το σηµερινό χωριό και έδωσαν το όνοµα στον µετέπειτα κεντρικό οικισµό της περιοχής.
Ενώ σίγουρα υπάρχουν πολλές διάσπαρτες αγροικίες, κατ'κιές ή κελιά, σε όλη την περιοχή, υπάρχουν και πολλοί οικισμοί, οι περισσότεροι ερειπωμένοι, όλοι με μικρά σπίτια, ή "κελιά", η πληθώρα τοπωνυμίων με τον προσδιορισμό "καλόγεροι" ή "καλόγερος", και η παράδοση μοναχισμού στο νησί και την περιοχή, μάλλον στηρίζει την πρώτη εκδοχή.
Είτε μοναχοί, είτε απλοί κάτοικοι, στην απομονωμένη περιοχή αυτή με τις διάσπαρτες πηγές, έβρισκαν τόσο νερό όσο και καταφύγιο από επιθέσεις πειρατών που ήταν πρόβλημα στις Κυκλάδες και στην Τήνο από την αρχαιότητα. Δεν είναι τυχαίο που όλοι οι οικισμοί της περιοχής σημερινοί, ή του παρελθόντος είναι κοντά σε πηγή και μακριά από την θέα της θάλασσας.
'Οσον αφορά στα "κελιά", σε όλες τις διαθήκες που γνωρίζω από το ΑΚΤ, (από το 1700 και µετά), και από το λεξιλόγιο των ντόπιων, ο κάτοικος των χωριών τα ονοµάζει «σταύλα», «µάντρα», «αχερώνα». Την δε «εξοχική» του αγροικία ή σπίτι, όπου µένει περιστασιακά, έστω και για µεγάλο χρονικό διάστηµα, για τις εποχιακές αγροτικές εργασίες (κυρίως από την άνοιξη µέχρι το τέλος της σποράς, και τα χοιροσφάγια), την ονοµάζει «κατ'κιά», και σε διαθήκες που έχω διαβάσει από ΑΚΤ, αναφέρονται πάντα έτσι, και αν κάποια είναι γραµµένη στα Ιταλικά αναφέρεται ως «Casa». (βλέπε επίσης και τη µελέτη της Μάχης Καραλή: Τα αγροτικά σπίτια της Τήνου: Φανερωµένη, Έξω Μεριά. Διδακτορική διατριβή, αρχιτεκτονική σχολή, πανεπιστηµίου Αθηνών, 1992 (22).
Το σημερινό χωριό Καλλονή ή Κελιά χωρίζεται σε τρεις περιοχές: το Πάνω χωριό, γύρω από τον Άγιο Ζαχαρία με παλαιά και μεγάλα σπίτια, το κεντρικό χωριό γνωστό και σαν Κουλπαριά ή Κουλμπαριά με άγνωστη ετυμολογία και πιθανή σχέση με την λέξη "Colombario" ή περιστεριώνας, και το κάτω χωριό ή Καλοζάδος.

Το Πάνω Χωριό, κτισµένο γύρω από τον Άγ. Ζαχαρία, και σχετικά κοντά στη πηγή «Βρισιά». Είναι ο πυρήνας του χωριού, όπως φαίνεται από την αρχαιότητα των σπιτιών, και την ύπαρξη της ενοριακής Εκκλησίας. 

Δεύτερη συνοικία είναι η Κουλπαριά, το κεντρικό χωριό. Άγνωστο από που πήρε την ονοµασία?5
Ανατολικά της Κολπαριάς ή Κολμπαριάς, είναι η πηγή και το ρέµα της «Κόπενας». «Κόπενα», ίσως φέουδο κάποιου απόγονου του Αρνά Antonello Καοπένα; (26). Να σημειωθεί, ότι πιο κάτω, απέναντι από το Κάτω Κλείσµα (στην ευρεία περιοχή του Πάρλα), υπάρχει η τοποθεσία «Αντωνελάδος», µε ερείπια σπιτιών (σηµερινός περιστεριώνας, Ρόκκου Αρµάου Λάνη), ερειπωµένη η εκκλησία του Αγ. Γεωργίου, µε ερειπωµένο σπίτι δίπλα της
Η κάτω γειτονιά, ή οικισµός, ονοµάζεται Καλοζάδος (28). Άγνωστο από που προέρχεται η ονοµασία, αν και εικάζω ότι είναι κυριώνυμο. Άξιο παρατήρησης πάντως είναι ότι τα τοπωνύµια σε αυτή την περιοχή προέρχονται από κυριώνυµα. Όπως «στου Μπαλέκο», «στου Κουρουρού», «στου Καραβατζή», στο «Καλκά» (ή Χαλκά). Υπάρχει και η τοποθεσία «στο παλιό σχολειό» (2). Στον Καλοζάδο υπάρχει και το παρεκκλήσι του Αγ. Ιωάννη του Βαπτιστή. Π.χ., η Εκκλησία του Αγ. Ιωάννη ανήκε στον Αρµάο-Μπαλέκο. Οι κήποι, ανατολικά, ονοµάζονται «στου Κουρουρού». Να σηµειωθεί πως υπήρχαν µέχρι πρόσφατα οι οικογένειες του Αρµάο Κουρουρό, και Αρµάος Μπαλέκος. Στο «Καλκά» (ή Χαλκά) βρίσκεται, σαν τοποθεσία, στην είσοδο του χωριού, και σαν οικισµός ο διπλανός Καρκάδος. Το όνοµα σίγουρα προέρχεται από το Καρκιάς ή χαλκιάς;

sabato 9 agosto 2014

Τα Κελλιά και ο δικός τους αέρας

Ο ΑΕΡΑΣ TOΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ 
Ο ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΣ ΑΕΡΑΣ ΤΗΣ ΤΗΝΟΥ


   Κελλιά… το χωριό των παππούδων και των γιαγιάδων μας, των γονιών μας, το χωριό το δικό μου, το χωριό το δικό σας… Ένας τόπος λίγο ή πολύ μακρινός, ένα χωριό ανύπαρκτο  στους χάρτες. Ένα χωριό ωστόσο ζωντανό, με ψυχή, όνομα και ιστορία.


Μέσα στον χάρτη μπορεί να λείπει, στις καρδιές όμως των Κελλιανών όχι… 
Η μαγεία των Κελλιών; Οι αναμνήσεις και τα βιώματα κλειδωμένες και φυλαγμένα στην καρδιά μας καλά.
Ζούμε μ’αυτές τις αναμνήσεις, τις αγαπάμε, τις προσέχουμε, τις φυλάγουμε καλά γιατί το ξέρουμε ότι στο τέλος χάνονται για πάντα μαζί μας.
Αυτό είναι και το χωριό μας για μένα, για σας, αλλά και για όλους τους αμετάπειστους Κελλιανούς.
Είναι ένας μυστικό θησαυροφυλάκιο αναμνήσεων και βιωμάτων απ’το οποίο παίρνουμε δύναμη και αντοχές, όπου κι αν ζούμε. Το κουβαλάμε παντού μαζί μας γιατί είναι εκείνο που δένει σφιχτά όλους εμάς τους Κελλιανούς.


Τα Κελλιά είναι τα παιδικά μου χρόνια, το σχολειό μου, τα παιδικά σας χρόνια κάθε καλοκαίρι, τ΄αστέρια που μετρούσαμε τις νύχτες, τα λιγοστά φώτα που λαμπύριζαν όταν φορούσα κοντά παντελόνια, τα παραμύθια των παππούδων, οι γελούδες και τα στοιχειά, τα φίδια που φοβόμαστε, η ανέμελη εφηβεία μου, τα καρδιοχτύπια, τα θροΐσματα των καλαμιώνων, ο δυνατός αέρας, τα καλοκαιρινά ανταμώματα, τα μονοπάτια στο λιβάδι που διέσχιζα για να πάω με τους φίλους μου στην Κολυμπήθρα.

Τα Κελλιά δεν μας αφήνουν. Ούτε εμείς πρέπει να τα αφήσουμε.
Είναι ο δεσμός μας με τη ζωή. 
Είναι το θησαυροφυλάκιο που πρέπει να διαφυλάξουμε.
Πρέπει να τα προσέχουμε.

Θέλω να νιώθετε καρδιοχτύπι κάθε φορά που γυρίζετε στα Κελλιά.

Και θέλω ο δροσερός και ζόρικος αέρας του νησιού μας να είναι ολότελα δικός μας ... δεν έχουμε ανάγκη από ... ανεμιστήρες  και άλλα χιμαιρικά τερατουργήματα αρρωστημένης φαντασίας ή διαβολικής έμπνευσης.

Είμαι βέβαιος πως με καταλαβαίνετε...



Χρέος μας να σεβαστούμε με αίσθημα ευθύνης το μοναδικό τοπίο, τον ουρανό και τα βουνά.

Κανείς δεν πρέπει να τα βεβηλώσει και να τα ιδιοποιηθεί.
Ολότελα δικές μας οι βουνοκορφές για να αγναντεύουμε το νησί μας.

Το οφείλουμε στους προγόνους μας που τις σεβάστηκαν και μας κληρονόμησαν ατόφυα τα ξάγναντα.

Την γαρ χώραν οι αυτοί αιεί οικούντες διαδοχή των επιγιγνομένων μέχρι τούδε ελευθέραν δι΄αρετήν παρέδοσαν (Θουκυδίδης, Περικλέους Επιτάφιος, Β΄36)

                                            

Αφιερωμένο στα παιδιά μου και στους νέους αλλά και σε όσους έφυγαν αλλά είναι ακόμη εδώ κοντά μας.

martedì 5 agosto 2014

Ηλεκτρονική κάλπη για την συλλογή υπογραφών της Ομοσπονδίας Ελληνικών Κοινοτήτων και Αδελφοτήτων Ιταλίας για την καθιέρωση της Παγκόσμιας Ημέρας της Ελληνικής Γλώσσας και του Ελληνικού Πολιτισμού

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, ο απανταχού Ελληνισμός έχει ανάγκη να προβάλλει την ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό.
Η Ομοσπονδία Ελληνικών Κοινοτήτων και Αδελφοτήτων Ιταλίας (ΟΕΚΑΙ), έχει υποβάλει Έκκληση
στους Προέδρους της Ελληνικής και της Κυπριακής Δημοκρατίας
και στους Υπουργούς
Εξωτερικών, Παιδείας, Πολιτισμού και Διοικητικής Μεταρρύθμισης
της Ελλάδος και της Κύπρου,
ώστε να δρομολογηθεί και στην Ελλάδα και στην Κύπρο
μια νομοθετική πράξη καθιέρωσης 
της Ημέρας της Ελληνικής Γλώσσας και του Ελληνικού Πολιτισμού. 
Η ΟΕΚΑΙ πιστεύει ότι η ανακήρυξη αυτής της ημέρας θα έχει αλυσιδωτές θετικές επιπτώσεις στην αναβάθμιση του Ελληνικού Πολιτισμού
σε διεθνές πεδίο.

Η πλήρης πρόταση της ΟΕΚΑΙ και η ηλεκτρονική κάλπη για την συλλογή υπογραφών είναι ήδη αναρτημένες στην ιστοσελίδα 

Έκκληση Ελλήνων, Κυπρίων, Ομογενών και Φιλελλήνων 
για την καθιέρωση
της Παγκόσμιας Ημέρας της Ελληνικής Γλώσσας

domenica 20 luglio 2014

Δεν ξεχνάμε την Κύπρο. Δεν συγχωρούμε.

Σήμερα 
είμαστε
όλοι 
Κύπριοι.

Δεν ξεχνάμε,
δεν συγχωρούμε
αυτούς που ανοίξανε τις πόρτες,
δεν ξεχνάμε την εισβολή,
τους αγνοουμένους,
την εθνοκάθαρση,
τον ξεριζωμό, 
τα κατεχόμενα,
τα τείχη,
δεν συγχωρούμε
τα σαράντα χρόνια κατοχής.
http://portfolio.news247.gr/40
https://m.youtube.com/watch?v=OItXBsPyeEo
https://m.youtube.com/watch?feature=youtu.be&v=wC1XebOSNNc
https://m.youtube.com/watch?feature=youtu.be&v=tmrtrO4yXKg 

martedì 15 luglio 2014

Στα ίχνη των λεηλατημένων αρχαιοτήτων στην Κατοχή. ´Αρθρο της Μαριάννας Κακαουνάκη στην Καθημερινή







http://www.kathimerini.gr/776077/gallery/epikairothta/ellada/sta-ixnh-twn-klemmenwn-ths-katoxhs

Στις 30 Μαρτίου του 2013, ο Ρόναλντ Ομπερμάιερ, μηχανικός στο επάγγελμα, πήγε στο ταχυδρομείο της μικρής γερμανικής πόλης Ρίμσινγκ όπου ζει, κρατώντας ένα δέμα, που ύστερα από πολλή σκέψη είχε αποφασίσει να αποχωριστεί. 



Το προηγούμενο βράδυ είχε αμπαλάρει το περιεχόμενό του με μεγάλη προσοχή: 73 αρχαία αντικείμενα που χρονολογούνται από τα ελληνιστικά χρόνια μέχρι τον 4ο αιώνα μ.Χ. ― αγαλματίδια, λυχνάρια, γυάλινα αγγεία και νομίσματα. Μια ζωή θυμόταν τα αρχαία αυτά στην κεντρική βιτρίνα του σαλονιού του σπιτιού του και τον πατέρα του να τα περιεργάζεται και να του αφηγείται τη συναρπαστική τους ιστορία.

«Μεγάλωσα με αυτά, αλλά μια ημέρα είπα στον εαυτό μου ότι ήρθε η ώρα. Πρέπει τα αρχαία να επιστρέψουν εκεί όπου ανήκουν». Ο παραλήπτης του δέματος ήταν το Αρχαιολογικό Μουσείο της Κω, εκεί όπου είχε ζήσει ο πατέρας του Ομπερμάιερ ως πολεμικός ανταποκριτής του γερμανικού ναυτικού πριν από επτά δεκαετίες, το 1942, όταν οι Γερμανοί κατέλαβαν το νησί.


Στο χειρόγραφο γράμμα που έστειλε ο Ομπερμάιερ στο μουσείο και δημοσιεύει για πρώτη φορά η «Κ», εξιστορεί όσα θυμάται από τις διηγήσεις του πατέρα του για την «ιστορία των αρχαιοτήτων», όπως το τιτλοφορεί: «Ως τοπικό αρχηγείο (οι Γερμανοί) κατέλαβαν ένα κτίριο που χρησίμευε ως μουσείο. Τα εκθέματα που βρίσκονταν εκεί τα πέταξαν από το παράθυρο. Ο πατέρας μου μάζεψε μερικά κομμάτια και κέρματα από αυτά και τα έφερε στη Γερμανία. Μετά τον θάνατο του πατέρα μου, το 1996, έχω εγώ αυτά τα εκθέματα και θα ήθελα πολύ να τα επιστρέψω σε ένα μουσείο στην Κω».

Η λεηλασία του μικρού αυτού μουσείου το ’41 από τους Γερμανούς και η παράνομη φυγάδευση εκείνων των αρχαίων αντικειμένων είναι μια από τις εκατοντάδες ιστορίες της Κατοχής που θα έμεναν για πάντα άγνωστες αν δεν αποφάσιζε ο ίδιος ο Ομπερμπάιερ να επιστρέψει τα κλεμμένα αρχαία.

Η μόνη γραπτή πηγή που έχουμε σήμερα για τις απώλειες σε αρχαία αντικείμενα στην περίοδο της Κατοχής είναι το «ζημίαι των αρχαιοτήτων εκ του πολέμου και των στρατών κατοχής», ένας τόμος 165 σελίδων του 1946, γεμάτος ιστορίες κλοπών παράνομων ανασκαφών και ζημιών σε ολόκληρη την Ελλάδα και από τις τρεις δυνάμεις κατοχής, γερμανικής, ιταλικής και βουλγαρικής. «Το έργον δεν είναι πλήρες», όπως σημειώνει στον πρόλογο ο τότε υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων του 1946, με εντολή του οποίου οι μεγαλύτεροι αρχαιολόγοι της εποχής έκαναν αυτή την καταγραφή. Με την Ελλάδα στα πρόθυρα του Εμφυλίου Πολέμου άλλωστε, κάθε ημέρα έφταναν νέα δεδομένα, ενώ για πολλές πόλεις δεν υπάρχει καν καταγραφή γιατί το αρχαιολογικό προσωπικό ήταν «ελλιπέστατον».

Τη λίστα αυτή αποφάσισε να επικαιροποιήσει η Διεύθυνση Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικής Κληρονομιάς του υπουργείου Πολιτισμού.


Μια ομάδα έξι αρχαιολόγων και ιστορικών πήρε πέρυσι την πρωτοβουλία να καταγράψει από την αρχή όσα αρχαία αγνοούνται και όσα έχουν επαναπατριστεί μετά τη λήξη του πολέμου. «Η λίστα του ’46 ήταν η αφετηρία, αλλά πλέον είχαμε τη δυνατότητα να εκμεταλλευτούμε αρχεία των Γερμανών, που μόλις την τελευταία δεκαετία είναι προσβάσιμα και δίνουν πλήθος πληροφοριών για όσα έγιναν εκείνα τα χρόνια, αλλά και πολλές άλλες πηγές», εξηγεί η κ. Σουζάνα Χούλια, επικεφαλής της Διεύθυνσης.

Πλέον, σύμφωνα με πληροφορίες, το υπουργείο Πολιτισμού πρόκειται να αναζητήσει πάνω από 100 αρχαία αντικείμενα μέσω της Interpol. «Είναι βέβαιο ότι πάρα πολλά αρχαία που απομακρύνθηκαν την περίοδο της Κατοχής ακόμα αγνοούνται. Μπορεί να μην έχουμε ακριβή συνολικό αριθμό, αλλά πολλά από αυτά τα έχουμε τεκμηριώσει επαρκώς και τώρα πρέπει να εντοπιστούν», εξηγεί η κ. Χούλια.


Ήδη έχει ξεκινήσει η έρευνα σε ιστοσελίδες μεγάλων μουσείων, όπου περιλαμβάνονται αρχαία με την ένδειξη «αντικείμενα με άγνωστη προέλευση από την περίοδο του πολέμου». Προτεραιότητα είναι αρχαία των οποίων η ταυτότητα αλλά και η ιστορία κλοπής θεωρείται πλέον τεκμηριωμένη. Ανάμεσά τους βρίσκονται δύο πήλινα γυναικεία ειδώλια, τα οποία είχαν αφαιρέσει δύο Ιταλοί υπολοχαγοί από σπίτι ντόπιου στη Σίφνο, όπου φυλάσσονταν και άλλα πολύτιμα ευρήματα από ανασκαφές που είχαν γίνει το 1935 στο νησί. Ακόμη, μαρμάρινες επιτύμβιες στήλες από τη συλλογή Καστελίου Κισσάμου, που είχαν αφαιρεθεί το 1943 από τους Γερμανούς, αλλά και ένα γυναικείο άγαλμα ύψους 0, 70 μ. περίπου, το οποίο, σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, είχε ζητήσει και είχε λάβει από τον νομάρχη ο Γερμανός στρατιωτικός διοικητής Λαρίσης όταν μπήκε πρώτος στην πόλη.

Όποιο από αυτά τα αντικείμενα εντοπιστεί, θα μπει στη λίστα των -26 μέχρι σήμερα- επιτυχημένων υποθέσεων επαναπατρισμού αρχαίων από την περίοδο της Kατοχής, εκ των οποίων οι πρώτες έγιναν το καλοκαίρι του 1948.

Ο Σπύρος Μαρινάτος έκανε το πρώτο ταξίδι

Στις 18 Μαΐου του 1948, ο αρχαιολόγος Σπυρίδων Μαρινάτος έμπαινε στο αεροπλάνο για Ρώμη με έναν και μοναδικό σκοπό: να εντοπίσει και να φέρει πίσω τα κλεμμένα αρχαία της Kατοχής με εντολή του υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας που είχε κάνει και την πρώτη καταγραφή.

Ως καθηγητής αρχαιολογίας «που μιλούσε τρεις ξένες γλώσσες, πολυταξιδεμένος, με σπουδές στο Βερολίνο και εθνικόφρων, είχε όλα εκείνα τα στοιχεία που τον καθιστούσαν τον εθνικό αρχαιολόγο εκείνης της εποχής», εξηγεί η κ. Ελένη Ματζουράνη, καθηγήτρια Ιστορίας, που μαζί με την κόρη του Μαρινάτου, Ναννώ, επιμελήθηκαν πρόσφατη έκδοση για τη ζωή του και επεξεργάστηκαν, μαζί με ομάδα ιστορικών, ανέκδοτες ιστορίες και αρχειακό υλικό από το άγνωστο μέχρι σήμερα εκείνο ταξίδι.

Στη βαλίτσα του ο Μαρινάτος είχε μεταφρασμένη την περίφημη λίστα του 1946 με τις καταγεγραμμένες κλοπές, αρκετά χρήματα -σε δολάρια- και το ελεύθερο να αποφασίσει πέρα από τη Ρώμη, το Βερολίνο και το Γκρατς, που ήταν οι προγραμματισμένοι σταθμοί, πού αλλού θα χρειαζόταν να ταξιδέψει, οδηγούμενος από την έρευνά του. Το σημαντικότερο όμως εφόδιο που διέθετε ήταν η καμπαρντινέ στολή του ταγματάρχη που φορούσε μαζί με τον ανάλογο βαθμό που είχε πάρει με συνοπτικές διαδικασίες από το Α΄ Σώμα Στρατού έναν μήνα νωρίτερα: θα αποδεικνύονταν απαραίτητα για να μπορέσει να συνδιαλλαγεί με τις συμμαχικές δυνάμεις για τον εντοπισμό και τον επαναπατρισμό των αρχαιοτήτων.



«Αντισυνταγματάρχης έπρεπε να είχα γίνει» φέρεται να είχε παραπονεθεί σε έναν καλό του φίλο αρχαιολόγο, όταν τον συνόδευσε στο αεροδρόμιο λίγο προτού πετάξει για τον πρώτο σταθμό του ταξιδιού του, τη Ρώμη. Φαίνεται ότι ο Μαρινάτος ανησυχούσε για το αν ο βαθμός του θα του έδινε το κύρος που χρειαζόταν για να τον πάρουν σοβαρά. Ήδη προτού ξεκινήσει, οι συμμαχικές δυνάμεις στο Βερολίνο είχαν αρχίσει να του δημιουργούν δυσκολίες και να φέρνουν αντιρρήσεις στο επικείμενο ταξίδι του. Χαρακτηριστικό το απόσπασμα από ένα γράμμα που είχε στείλει στη γυναίκα του και αναφέρεται σε επιστολή που είχαν στείλει οι ρωσικές δυνάμεις κατοχής του Βερολίνου. Ο Μαρινάτος γράφει ότι ένας Ρώσος συνταγματάρχης«ισχυρίζεται ότι τα στοιχεία μας είναι ανεπαρκή για να αποδώσουν κάποιο άγαλμα. Διότι, λέγει, δεν φέρει όνομα. Εσκέφθην να το βαπτίσω εγώ Μακεδονία και να ζητήσω την άμεση αποκατάστασίν του».

Στο ταξίδι, που διήρκεσε 75 ημέρες, συνάντησε πολλές ανάλογες δυσκολίες, όπως ότι δεν κατάφερε ποτέ να φτάσει στο πολλά υποσχόμενο για την αποστολή του Βερολίνο, καθώς οι συμμαχικές δυνάμεις κατοχής της πόλης δεν του το επέτρεψαν, προβάλλοντας δικαιολογίες και γραφειοκρατικά εμπόδια, ενώ στους άλλους δύο σταθμούς -όπως γράφει ο ίδιος ο Μαρινάτος στην αναφορά του- τόσο οι στρατιωτικοί όσο και κάποιοι αρχαιολόγοι τον αντιμετώπιζαν με απροθυμία ή ακόμα και δυσπιστία.

Ο Μαρινάτος περιόδευσε σε μουσεία και πανεπιστήμια ψάχνοντας τα αρχαία της λίστας και χάρη σε παλιές του γνωριμίες από τη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα μπόρεσε να βρει κάποια άκρη και βέβαια πολλά από τα κλεμμένα.

Στη Ρώμη στόχος του ήταν να εντοπίσει και να επιστρέψει στην Ελλάδα δεκάδες αρχαία που είχαν φύγει από τη Ρόδο, το 1940, για να συμπεριληφθούν σε μια μεγάλη έκθεση αρχαιοτήτων, που είχε γίνει στη Νάπολη. Μεταξύ των αρχαιοτήτων αυτών και η Αφροδίτη της Ρόδου, η οποία έφτασε με το υπερωκεάνιο «Νέα Ελλάς» έξι μήνες αργότερα, γιατί ο Μαρινάτος και ο Ελληνας πρόξενος της Νάπολης είχαν αποφασίσει ότι ήταν παρακινδυνευμένο να ταξιδέψει ασυνόδευτη με ξένο μέσο.

Δεύτερος σταθμός του ταξιδιού ήταν το Γκρατς, όπου έφτασε τον Ιούλιο του 1948. Η μικρή πόλη της Αυστρίας δεν έχει επιλεγεί τυχαία ― ήταν η πόλη απ’ όπου καταγόταν ο διάσημος Αυστριακός στρατηγός Ρίνγκελ και ο οποίος το 1941 είχε κάνει στρατηγείο του τη βίλα Αριάδνη στην Κνωσό, αφαιρώντας από τις συλλογές τόσο της Κνωσού όσο και της Γόρτυνας πλήθος αρχαιοτήτων, τα οποία στη συνέχεια απέστειλε στην πατρίδα του.

Όταν ο Μαρινάτος φτάνει εκεί, απογοητευμένος από την άρνηση των συμμαχικών δυνάμεων κατοχής του Βερολίνου να τον δεχτούν, βιώνει μια ακόμη απογοήτευση: μαθαίνει ότι ο στρατηγός Ρίνγκελ έχει εγκαταλείψει την πόλη καθώς τον αναζητούσαν για να δικαστεί για εγκλήματα πολέμου, ενώ η έπαυλή του είχε λεηλατηθεί από τις ρωσικές δυνάμεις, οι οποίες είχαν πάρει μαζί και όλα τα αρχαία.

Ο Μαρινάτος όμως δεν το έβαλε κάτω. Ερευνώντας έμαθε ότι κάποια από τα κλοπιμαία της Κνωσού είχαν γίνει δωρεά από τον Ρίνγκελ στο κρατικό πανεπιστήμιο της πόλης και έτσι κατάφερε να τα εντοπίσει. Αφού τα μελέτησε, τα πακέταρε και έτσι τρία μεγάλα κιβώτια έφτασαν τότε στην Ελλάδα. Μάλιστα, τον Σεπτέμβριο του 1948, ταξίδεψε ξανά μαζί με τις αρχαιότητες, αυτήν τη φορά για να τις παραδώσει ο ίδιος στον αρχαιολογικό χώρο της Κνωσού.

Επιχείρηση απόκρυψης από τους Γερμανούς

Λίγο μετά το ταξίδι του 1948, στην Ιταλία και την Αυστρία, ο Μαρινάτος αναλαμβάνει γενικός διευθυντής Αρχαιοτήτων. Πέρα από τους επαναπατρισμούς, υπάρχει και το τιτάνιο έργο της αναδιοργάνωσης των μουσείων όλης της χώρας που κατά τη διάρκεια της Κατοχής είχαν μείνει κλειστά και τα αρχαία τους κρυμμένα για να προστατευτούν τόσο από τους βομβαρδισμούς όσο και από τις λεηλασίες των κατακτητών.

Με χρήματα από το σχέδιο Μάρσαλ προσλαμβάνεται κόσμος γι’ αυτό ακριβώς το έργο ― ανάμεσα σε αυτούς και η νεαρή τότε αρχαιολόγος Εβη Τουλούπα, η οποία πιάνει πρώτη ημέρα δουλειά στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο τον χειμώνα του 1950.


«Ο ενθουσιασμός μου ήταν μεγάλος γιατί τα χρόνια των σπουδών μας τα μουσεία ήταν κλειστά και οι γνώσεις μας ήταν θεωρητικές. Ανυπομονούσα να κρατήσω στα χέρια μου τα αρχαία», θυμάται σήμερα η ενενηντάχρονη κ.Τουλούπα. Η ομάδα της κατευθύνεται στα ημιυπόγεια του μουσείου όπου είχαν φυλαχτεί σε κουτιά τα αγγεία και οι ταναγραίες. Οι ετικέτες με τους αριθμούς είχαν φθαρεί από την υγρασία και η ταύτισή τους ήταν εξαιρετικά δύσκολη δουλειά. 


«Τα αγγεία ήταν τυλιγμένα μέσα σε μπαμπάκια και χαρτιά που με έκπληξη βρίσκαμε καμιά φορά ματωμένα. "Είναι από τα ποντίκια”, έλεγε ο Σταύρος, ο βοηθός μου». Η ίδια ήταν ενθουσιασμένη, αλλά η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη. Ο πατέρας του βοηθού της Σταύρου Κασανδρή ήταν ένας παλιός αρχιτεχνίτης που είχε συμμετάσχει ενεργά στην επιχείρηση απόκρυψης των αγαλμάτων στα υπόγεια που ανοίχτηκαν κάτω από τις αίθουσες του μουσείου. Έναν χρόνο αργότερα είχε πεθάνει από ασιτία.

Η επιχείρηση απόκρυψης, στην οποία είχε λάβει μέρος ο πατέρας Κασανδρής, είχε ξεκινήσει επίσημα στις 11 Νοεμβρίου του 1940. Εκείνη την ημέρα οι διευθύνσεις όλων των μουσείων είχαν παραλάβει αναλυτικές οδηγίες φύλαξης για να προστατευτούν τα αρχαία. Έτσι και στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο μια επίλεκτη ομάδα αρχαιολόγων, τεχνιτών και εθελοντών ξεκινούσε ένα έργο που διήρκεσε έξι ολόκληρους μήνες. «Πολύ πρωί, προτού δύσει η Σελήνη, συγκεντρώνονταν στο μουσείο όσοι είχαν αναλάβει την εργασία τούτη. Νύχτα έφευγαν το βράδυ για να πάνε στα σπίτια τους», γράφει χαρακτηριστικά η Σέμνη Καρούζου, μέλος της επιτροπής απόκρυψης και ασφάλισης των εκθεμάτων.


«Η φύλαξη των γλυπτών γινόταν ανάλογα με το μέγεθος και τη σημασία του καθενός. Δεν ήξεραν πόσο χρόνο είχαν στη διάθεσή τους και ήταν εκατοντάδες γλυπτά», εξηγεί ο Κώστας Πασχαλίδης, επιμελητής Αρχαιοτήτων, που έχει μελετήσει έγγραφα και αρχεία του μουσείου στο οποίο δουλεύει. Τα αγγεία και τα μικρότερα αγάλματα μπήκαν σε κούτες και κρύφτηκαν στα υπόγεια, τα χρυσά κοσμήματα μεταφέρθηκαν σε θησαυροφυλάκια των τραπεζών, ενώ για τα μεγαλύτερα αγάλματα έσκαψαν ορύγματα. Μαρμάρινα αγάλματα, όπως ο τρίμετρος Κούρος του Σουνίου, θάφτηκαν ξανά κάτω από το χώμα.



Την ίδια στιγμή, παρόμοιες επιχειρήσεις απόκρυψης πραγματοποιούνται σε ολόκληρη την Ελλάδα: σε σπήλαια, όπως στην Ακρόπολη, σε αρχαίους τάφους, όπως στους Δελφούς, στον κήπο του μουσείου της Θεσσαλονίκης, όπου και εκεί είχαν ορύγματα για να κρυφτούν τα μαρμάρινα αγάλματα της συλλογής, ή στα Ιωάννινα, όπου οι εργαζόμενοι του μουσείου σφράγισαν σε κρύπτη κάτω από τον μιναρέ του τζαμιού την πολύτιμη συλλογή με χάλκινα αντικείμενα. Κάποια αγάλματα μεταφέρθηκαν χιλιόμετρα μακριά για να προστατευτούν, όπως ο ηνίοχος των Δελφών που φιλοξενήθηκε στις κρυψώνες του Αρχαιολογικού Μουσείου της Αθήνας. Τα ευρετήρια όλων των θησαυρών των μουσείων ασφαλίστηκαν σε θυρίδες της Τραπέζης της Ελλάδος.

Έτσι, όταν από τις πρώτες ημέρες τους στην Ελλάδα, τον Απρίλιο του 1941, οι Γερμανοί κατακτητές άρχισαν να επισκέπτονται τα μουσεία, έβρισκαν το ένα μετά το άλλο κλειστά ή άδεια. Καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής, η γερμανική στρατιωτική υπηρεσία για την προστασία της τέχνης ασκούσε έντονες πιέσεις για την επαναλειτουργία τους. Μοναδική περίπτωση που η ελληνική πλευρά αποδέχτηκε το επίμονο αίτημα ήταν η περίπτωση του αρχαιολογικού μουσείου του Κεραμεικού, με την αιτιολογία ότι είχε ανεγερθεί με γερμανική δωρεά. Αποτέλεσμα ήταν σε ξενάγηση Γερμανών αξιωματούχων, στις 9 Νοεμβρίου του 1941, να κλαπεί μελανόμορφος πίνακας με παράσταση νεκρού, η οποία μέχρι και σήμερα αγνοείται...



Πηγή: Μ. Κακαουνάκη, Καθημερινή
Φωτογραφίες: Enri Canaj



giovedì 10 luglio 2014

Τρίτο ανακοινωθέν συναντήσεων της ΟΕΚΑΙ στην Αθήνα (1/2/3 Ιουλίου)

Την Πέμπτη 3 Ιουλίου, έγινε η τρίτη και τελευταία συνεδρίαση της οργανωτικής επιτροπής του νομοσχεδίου για το νέο Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού (ΣΑΕ).
Στη συνεδρίαση, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών υπό την προεδρία του κ. Σάββα Αναστασιάδη, Προέδρου της Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής για τον Απόδημο Ελληνισμό, μετείχαν εκπρόσωποι των κομμάτων, συντονιστές του Σ.Α.Ε. από διάφορα μέρη του κόσμου και εκπρόσωποι της Παγκόσμιας Διακοινοβουλευτικής Ένωσης Ελληνισμού (ΠαΔΕΕ), η οποία εκπροσωπεί τους ομογενείς βουλευτές.
Γιά πρώτη φορά είχε κληθεί στη συνεδρίαση και εκπρόσωπος της ΟΕΚΑΙ. Ο γραμματέας Κος Νίκος Φράγκος αντικαθιστούσε τον πρόεδρο Κο Κορίνθιο.
Συμμετείχε ο Υφυπουργός Εξωτερικών, Κος Κυριάκος Γεροντόπουλος,
Ο κ. Γεροντόπουλος στην παρέμβαση του τόνισε ότι το νομοσχέδιο θα έρθει στην Ολομέλεια της Βουλής το φθινόπωρο για συζήτηση και ψήφιση και ανακοίνωσε ότι στο Προεδρείο του Σ.Α.Ε. θα μετέχουν με δικαίωμα ψήφου και εκπρόσωποι των Κυπρίων Αποδήμων, οι οποίοι θα υποδεικνύονται από την οργάνωση τους ΠΟΜΑΚ-ΠΣΕΚΑ, ενώ η Γενική Συνέλευση θα αποτελείται από 107 μέλη.
Ο κος Φράγκος στη συζήτηση για τη συμμετοχή φυσικών προσώπων τόνισε ότι η ΟΕΚΑΙ έχει τοποθετηθεί υπέρ των νομικών προσώπων στο Προεδρείο του νέου ΣΑΕ.
Επίσης ενημέρωσε ότι η ΟΕΚΑΙ και το Δίκτυο Νεολαίας Ιταλίας είχαν πάρει ενεργό μέρος στην ηλεκτρονική διαβούλευση για το νέο ΣΑΕ και ότι η ΟΕΚΑΙ ζητά την παρουσία αντιπροσώπων των Δικτύων Νεολαίας στα όργανα του ΣΑΕ, έστω και χωρίς δικαίωμα ψήφου.