ΤΑ ΚΕΛΛΙΑ ΤΗΣ ΤΗΝΟΥ

ΤΑ ΚΕΛΛΙΑ ΤΗΣ ΤΗΝΟΥ
Και στα Κελλιά με χρώματα άσπρα και ήλιο μεθούν

lunedì 30 aprile 2012

Η κυανόλευκη κυματίζει και πάλι στην Cava de'Tirreni, 28.4.2012




Στην Cava dei Tirreni, από τις 7 Σεπτεμβρίου του 1944 κυμάτιζε, αναρτώμενη κάθε πρωί, η ελληνική σημαία. Εκεί είχε εγκατασταθεί η ελληνική κυβέρνηση της Εθνικής Ενώσεως υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου με υπουργούς που ανήκαν σε όλες τις πολιτικές και αντιστασιακές παρατάξεις. Στην Cava dei Tirreni στις 28 Σεπτεμβρίου 1944, ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου, έστειλε επίσημο διάγγελμά του προς τον ελληνικό λαό: «Είναι σήμερον, από την Ξένην, η τελευταία φορά κατά την οποίαν απευθυνόμεθα προς το έθνος. Ευρισκόμεθα εις την Ιταλίαν όπου κυματίζει η Κυανόλευκος. Αλλά ελάχιστος είναι ακόμη ο χρόνος ο οποίος μας χωρίζει. Εντός ολίγου η κυβέρνησις της Εθνικής Ενώσεως θα ευρίσκεται εις την πατρίδα. Υπό το κράτος της βαθυτάτης αυτής συγκινήσεως απευθύνομεν εγκάρδιον χαιρετισμόν προς το έθνος».

 Αποκάλυψη αναμνηστικής πλακέτας στο ξενοδοχείο Victoria, έδρα της ελληνικής εξόριστης κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου τον Οκτώβριο του 1944. Ήταν ο τελευταίος σταθμός πριν την επιστροφή στην Ελλάδα.
 Συνάντηση με την Κυρία Ricciardi, ιδιοκτήτρια του Μεγάρου Ricciardi, επίσημη κατοικία του πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου τον Οκτώβριο του 1944.
Άφιξη των επισήμων στη Villa Ricciardi.
Η ελληνική σημαία ξανακυματίζει στο Μέγαρο Ricciardi.
 Έκθεση φωτογραφίας και ιστορικών εγγράφων από την παραμονή της ελληνικής κυβέρνησης στην Cava de'Tirreni.
 Ο μαέστρος Νίκος Πουλής διευθύνει την  Μαντολινάτα Περιβολίου Κερκύρας.






Το Ξενοδοχείο  Victoria, σήμερα.

martedì 24 aprile 2012

G. SEFERIS, Ultima tappa






       G. SEFERIS, Ultima tappa

Rare le notti di luna che mi piacevano.

L'alfabeto degli astri che tu sillabi,
se la fatica te lo consentirà, al  termine del giorno, 
svolgendo altri pensieri, altre speranze
puoi leggerlo più chiaro.
Ora che siedo in ozio calcolando,
rare lune ha serbato la memoria:
isole, colore d'una Madonna addolorata,
lente a luna calante,
o chiari di luna in città del Settentrione
che talora stendevano
sopra turbate vie e fiumi e membra d'uomini
un torpore pesante.
Ma ieri sera qui, in quest'ultimo scalo ove aspettiamo
che l'ora del ritorno albeggi,
come un antico debito, un denaro rimasto
nel forziere d'un avaro a lungo, 
al momento del saldo s'odono le monete
scrosciare sulla tavola,
in questo villaggio tirrenico, di là
dal mare di Salerno
di là dai porti del ritorno, all'apice
d'una bora d'autunno, la luna
ha varcato le nuvole, e le case
si sono fatte, sull'opposto pendio, di smalto.
Amica silentia lunae.
E' un filo del pensiero, un modo
di cominciare
a dire cose che mal si confessano,
quando non reggi più,
ad un amico fuggito di nascosto
con notizie di casa e dei compagni,
e bisogna far presto, aprire il cuore
prima che la migrazione lo degeneri.
Veniamo dall'Arabia, dall'Egitto
e dalla Palestina e dalla Siria,
lo staterello della Commagene
spento come una piccola lucerna
spesso ci torna in mente,
e metropoli che vissero millenni
e decaddero a pascolo di capre,
a terreni di canne da zucchero e granturco.
Veniamo dalla sabbia del deserto
e dai mari di Pròteo,
anime raggrinzite da pubblici peccati,
ciascuno col suo rango come l'uccello in gabbia.
E' l'autunno piovoso in questo buco
a sdegnare la piaga di ciascuno
- per usare altri termini: la nemesi, la mòira,
forse solo abitudini cattive, frode, inganno
o l'egoismo
di speculare sopra il sangue altrui.
Facilmente si logora alla guerra
l'uomo: ché l'uomo è molle come un covone d'erba:
labbra e dita che anelano smaniate un petto bianco
occhi che si socchiudono al barbaglio del giorno
e piedi pronti a correre -stremati-
al più piccolo fischio del guadagno.

L'uomo è molle e assettato come l'erba, insaziato
come l'erba, i suoi nervi radici protese.
Se viene mietitura,
c'è chi esorcizza il demone gridando
c'è chi s'invischia nei suoi beni e c'è chi fa retorica.
Ma gli esorcismi, i beni, la retorica
a che servono, se sono lungi i vivi?
O forse l'uomo è un'altra cosa? O forse è questo
che trasmette la vita?
Tempo di seminare, tempo di raccogliere.

Sempre, sempre le stesse cose, dirai, compagno.
Ma il pensiero del profugo, il pensiero
del prigioniero, il pensiero
dell'uomo divenuto anch'egli merce,
prova a mutarlo, non puoi.

Forse vorrebbe persino
restare re degli antropofagi
spendendo forze che nessuno acquista,
andare a spasso in campi d'agapanti
a sentire il tam-tam sotto la pianta di bambù,
mentre muovono a ballo i cortigiani
con maschere mostruose.
Ma il paese che stroncano con la scure, che bruciano
come il pino -lo vedi
o da dentro il vagone buio, senz'acqua, i vetri rotti
per notti e notti,
o nella nave infuocata che andrà a picco
secondo le statistiche-
Queste cose si sono radicate nella mente e non mutano,
queste cose germogliano immagini eguali a quelle piante
che gettano i virgulti nelle foreste vergini
e i virgulti si radicano al suolo e rigermogliano
varcando leghe e leghe:
la nostra mente, una foresta vergine
d'amici assassinati.
E se ti parlo in chiave di parabola, è solo
perchè l'ascolto n'è più dolce: del brivido
d'orrore non si parla perch'è vivo
e perch'è muto e avanza:
stilla di giorno, stilla nel sonno
memore e dolente angoscia.

Ma parliamo d'eroi, parliamo, ora, d'eroi: Michele
che con le piaghe aperte fuggì dall'ospedale
parlava forse degli eroi, quando, la notte
che trascinava il piede per la città oscurata,
mettendo il dito sulla nostra pena
urlava: "Nella tenebra
andiamo, nella tenebra avanziamo..."

Nella tenebra avanzano gli eroi.

Rare le notti di luna che mi piacciono.

Cava de'Tirreni, 5 ottobre 1944

giovedì 19 aprile 2012

Στα σκοτεινά πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε.




Τελευταίος Σταθμός

Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσαν.
Τ' αλφαβητάρι των άστρων που συλλαβίζεις
όπως το φέρνει ο κόπος της τελειωμένης μέρας
και βγάζεις άλλα νοήματα και άλλες ελπίδες,
πιο καθαρά μπορείς να το διαβάσεις.
Τώρα που κάθομαι άνεργος και λογαριάζω
λίγα φεγγάρια απόμειναν στην μνήμη,
νησιά, χρώμα θλιμμένης Παναγιάς, αργά στην χάση
ή φεγγαρόφωτα σε πολιτείες του βοριά ρίχνοντας κάποτε
σε ταραγμένους δρόμους ποταμούς και μέλη ανθρώπων
βαριά μια νάρκη.
Κι όμως χτές βράδυ εδώ, σε τούτη τη στερνή μας σκάλα
όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει
σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια
στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος
ήρθε η στιγμή της πλερωμής κι ακούγονται
νομίσματα να πέφτουν στο τραπέζι,
σε τούτο το τυρρηνικό χωριό, πίσω από τη θάλασσα του Σαλέρνο
πίσω από τα λιμάνια του γυρισμού, στην άκρη
μιάς φθινοπωρινής μπόρας, το φεγγάρι
ξεπέρασε τα σύννεφα, και γίναν
τα σπίτια στην αντίπερα πλαγιά από σμάλτο.
Σιωπές αγαπημένες της σελήνης.
Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ, Cava del Tirreni, 5 Οκτωβρίου ΄44

Διαβάζοντας Ελύτη

Κατακλυσμούς ποτέ δε λογαριάσαμε
μπήκαμε μες στα όλα και περάσαμε
Κι έχουμε στο κατάρτι μας βιγλάτορα
παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα!

Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι κι ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.