ΤΑ ΚΕΛΛΙΑ ΤΗΣ ΤΗΝΟΥ

ΤΑ ΚΕΛΛΙΑ ΤΗΣ ΤΗΝΟΥ
Και στα Κελλιά με χρώματα άσπρα και ήλιο μεθούν

lunedì 16 settembre 2013

Από τη Χώρα στην Κουναριά. Το τερπνόν μετά του ωφελίμου!








Και καταλήξαμε στην Κουναριά.

 Στην Ταβέρνα της Αετοφωλιάς με μιά καλή παρέα για να θυμηθούμε τα παλιά.
Με τον Παντελή, τον Γιαννουλάκη, τη Μαίρη, την Κατερίνα, τον Αντώνη, τη Μαρία και τον γιό μου.

venerdì 13 settembre 2013

Φωτορεπορτάζ της Τηνιακής από την βιβλιοπαρουσίαση στο ΙΤΗΠ, 11.9.2013


Φωτογραφίες και ρεπορτάζ της Τηνιακής






























 













Την Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013 στο Ίδρυμα Τηνιακού Πολιτισμού (ΙΤΗΠ) στη Χώρα Τήνου, ο Δήμος Τήνου διοργάνωσε και παρουσίασε το βιβλίο "I Greci di Napoli e del Meridione d' Italia dal XV al XX secolo (AM&D Edizioni), (Οι Έλληνες της Νάπολης και της Νοτίου Ιταλίας από τον 15ο έως τον 20ο αιώνα), του Τηνιακού (Κελλιανού) κ. Γιάννη Κορίνθιου, πανεπιστημιακού και συγγραφέα πολλών βιβλίων για την ελληνική γλώσσα και ιστορία.
Ο Γιάννης Κορίνθιος "ερωτευμένος" με πάθος με την αγαπημένη του Τήνο και τα Κελλιά, αισθάνθηκε ιδιαίτερη συγκίνηση με την εδώ παρουσίαση του βιβλίου του αυτού.
Την εκδήλωση συντόνιζε ο Δήμαρχος Τήνου κ Κροντηράς, χαιρετώντας τον με θερμά λόγια.
Χαιρετισμό απηύθυναν: εκ μέρους του Μητροπολίτη Σύρου - Τήνου κ. Δωροθέου Β΄ ο Αρχιμανδρίτης Τήνου κ. Ιάκωβος Σέττας, ο Καθολικός Αρχιεπίσκοπος Νάξου - Τήνου π. Νικόλαος με ιδιαίτερη αναφορά στην ποιότητα του χαρακτήρα του, στην απλότητα, ήθος και σεμνότητα του συγγραφέα, και ο Περιφερειακός Σύμβουλος κ. Ματθαίος Βίλλας.
Ο π. Μάρκος Φώσκολος, κ. Μαρία Δελασούδα και ο κ. Γιάννης Αλβέρτης αναφέρθηκαν στο έργο του και στην προσωπικότητα του.
Ο συγγραφέας, Γιάννης Κορίνθιος αναφέρθηκε περιεκτικά και με επιμελημένες επισημάνσεις στο βιβλίο του αυτό.
Η ηλεκτρονική εφημερίδα τηνιακή, εδώ και αρκετά χρόνια τον "ανακάλυψε", κάνοντάς τον γνωστό στο ευρύτερο Τηνιακό κοινό, και όχι μόνο, προβάλλοντας το έργο του και την προσωπικότητα του μέσα από άρθρα και ειδήσεις.
Χαιρόμαστε ιδιαίτερα ως εφημερίδα, που "αναδείξαμε" μέσω του αγαπητού και φίλου Γιάννη Κορίνθιου την ποιότητα και τον αξιόλογο πολιτισμό που πήγασε και ανάβλυσε από τα Κελλιά της Τήνου.
Είναι γνωστό ότι και ο Πολιτιστικός Σύλλογος της Καλλονής Τήνου πριν ένα μήνα περίπου τον τίμησε σε εκδήλωση στον Καρκάδο Τήνου.
Οι χωριανοί του τιμώντας τον ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα τιμής στον Γιάννη Κορίνθιο και συμπλήρωσαν με μεγάλη πλειοψηφία των παρόντων τη φιλόξενη αίθουσα του ΙΤΗΠ, έναντι άλλων, που άξιζε τον κόπο να ακούσουν και να θαυμάσουν την προσπάθεια και το έργο του Γ. Κορίνθιου.
Από τους ομιλούντες και ο Δήμαρχος, αναφέρθηκαν στην ανάγκη έκδοσης του βιβλίου αυτού στα ελληνικά για να γνωρίσουν όσο το δυνατόν περισσότεροι την Μεγάλη Ελλάδα και την ιστορία της, που επηρέασε και επηρεάζει το σύγχρονο κόσμο.
Στους παρόντες διακρίναμε εκτός αυτών που αναφέρθηκαν και χαιρέτησαν, ιερείς, τον Πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου Τήνου κ. Γ. Σαλταμανίκα, τους Αντιδήμαρχους, τον αντιπρόεδρο του Π.Ι.Ι. Ευαγγελιστρίας Τήνου κ. Ε. Γκίζη, την εκπρόσωπο των Ουρσουλινών Μοναχών Τήνου Αδελφή Θηρεσία, Δημοτικούς Συμβούλους Τήνου, την Πρόεδρο της Τοπικής Κοινότητας Καλλονής Τήνου κ. Λ. ΄Ανδροβικ, εκπρόσωπους Συλλόγων, πρώην Δημάρχους Τήνου και φιλίστορο ακροατήριο.  
Ο Δήμαρχος Τήνου στο τέλος της παρουσίασης πρόσφερε ένα βιβλίο απο τις επιμελημένες εκδόσεις του στον κ. Κορίνθιο.
Οι φίλοι του Κατωμερίτες Κελλιανοί Γιαν. Αλβέρτης και Παν. Αρμάος συνέφαγαν με τον εκλεκτό τους φίλο και τις οικογένειές τους στην Αετοφωλιά Τήνου, στο νεοϋδρυθέν κατάστημα Υγειομνομικού Ενδιαφέροντος, τιμώντας τον πατριώτη τους.    
Νίκος Φώσκολος


Ο Κελλιανός στο Δελτίο Τύπου του Δήμου Τήνου













ΔΗΜΟΣ ΤΗΝΟΥ
ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ
​
​Τήνος, 13/9/2013


Ο Δήμος Τήνου και το πολυάριθμο κοινό της εκδήλωσης, είχαν μια σπάνια χαρά χθες βράδυ, στο ΙΤΗΠ. Παρουσιάστηκε όχι απλώς ένα βιβλίο αλλά το πόνημα ζωής του συμπατριώτη μας Γιάννη Κορίνθιου, πανεπιστημιακού, συγγραφέως, μελετητή και λεξικογράφου, μονίμου κατοίκου Ιταλίας και αθεράπευτα ερωτευμένου με κάθε τι το Ελληνικό και το Τηνιακό. Ο Γιάννης Κορίνθιος, ο γνωστός «Κελλιανός», εδώ και μερικούς μήνες είχε τη χαρά να εκδοθεί το βιβλίο του αυτό των 800 σελίδων στην Ιταλία, ένα βιβλίο -καρπός έρευνας 30 ετών, που πραγματεύεται τα της ελληνικής διασποράς και της ελληνικής παροικίας στη Νάπολη, κατά τα τελευταία 500 χρόνια! Ένας ανεκτίμητος θησαυρός και ένα εργαλείο καλύτερης κατανόησης της Ελληνικής και Ιταλικής και χωρίς υπερβολή της Ευρωπαϊκής ιστορίας, παρουσιάστηκε στο κοινό της Τήνου.
Την όμορφη και σημαντική εκδήλωση συντόνισε ο ίδιος ο Δήμαρχος Τήνου, που εκφράστηκε με τα θερμότερα λόγια για το σημαντικό συμπατριώτη μας και το έργο του. Και μετά τους χαιρετισμούς του εκπροσώπου του Μητροπολίτη Δωροθέου και του παριστάμενου Μητροπολίτη Νικόλαου (ιδιαίτερη αναφορά του στο ήθος, την απλότητα, σεμνότητα και γνησιότητα του συγγραφέα) και του Περιφερειακού Συμβούλου κ. Ματθαίου Βίλλα, ήλθε η σειρά του π. Μάρκου Φώσκολου, της κας Μαρίας Δελασούδα, θεολόγου (κρατάμε ιδιαίτερα την επισήμανσή της ότι σχολειά κλείνουν, εντός και εκτός Ελλάδας) και του Γιάννη Αλβέρτη, να αναφερθούν σε χωρία - ενότητες του βιβλίου αλλά και στην προσωπικότητα του Γιάννη Κορίνθιου.
Ο ίδιος ο συγγραφέας, καταφανώς συγκινημένος μπροστά στους συμπατριώτες του αλλά και στον παριστάμενο γιο του, αναφέρθηκε εκτενώς στο έργο του και με τη βοήθεια οπτικού υλικού αναφέρθηκε επιλεγμένα σε σημεία της ιστορικής διαδρομής των 500 αυτών χρόνων, κλείνοντας καταχειροκροτούμενος.
Ο Δήμος Τήνου εκφράζει και με το παρόν την εκτίμησή του στο πρόσωπο αυτού του άοκνου συμπατριώτη μας και στο πολυσχιδές έργο του και θα καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να στηρίξει την έκδοση του βιβλίου αυτού και στην Ελληνική γλώσσα. Θα είναι πραγματικά ευχής έργον να αποτελέσει κτήμα αυτών που πρωτίστως πρέπει να σκύψουν και να μελετήσουν την πορεία των προγόνων τους, αντλώντας πολύ χρήσιμα συμπεράσματα από την αναδρομή αυτή.
Ένα θερμό ευχαριστώ από το Δήμο, σε έναν ακάματο πρόξενό μας, στην απεραντοσύνη του χώρου του πνεύματος και των επιστημών. Να ‘ναι καλά και πάντα δημιουργικός και να παίρνει τη δύναμη που του χρειάζεται στα αγαπημένα του Κελλιά.

http://www.tiniaki.gr/content.asp?id=3526

domenica 8 settembre 2013

Στον ελληνισμό χρωστάμε, δεν μας χρωστάει


http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_mel3_1_20/03/2011_1294718

Σπύρος Μανιάτης


«Στον ελληνισμό χρωστάμε, δεν μας χρωστάει»


H ελληνικότητα είναι αίσθημα ή συνείδηση;
Αίσθημα, όταν χαίρεσαι για κάθε ελληνική επιτυχία, ακόμα και σε δραστηριότητες που δεν σε αφορούν. Συνείδηση, όταν αποφασίζεις ότι, όπου κι αν ζεις, ό,τι κι αν κάνεις, όποιο διαβατήριο κι αν έχεις μαζί στις περιπλανήσεις σου, τελικά δεν θέλεις να δραπετεύσεις από την ελληνικότητά σου.
Τι πιο μικρό ελληνικό αγάπησα.
Τα βότσαλα και τα κοχύλια που η κόρη μας άρχισε να μαζεύει τα καλοκαίρια - πολυτέλεια που με γυρίζει στα δικά μου παιδικά καλοκαίρια.
Η υπέροχη εκδοχή του Ελληνα.
Ο Ελληνας που κερδίζει -ή και χάνει- ό,τι έχει με την αξία του, με την τύχη του και με τη δουλειά του, δίχως να φαντασιώνεται ότι του οφείλει -ή ότι τον κατατρέχει- η καταγωγή του. Ο Ελληνας που μοιράζεται την περηφάνια σαν χαρά στις νίκες του και που στις κρίσεις ενδοσκοπεί, αλλά δεν γίνεται άπραγος ομφαλοσκόπος. Ο Ελληνας που αισθάνεται κομμάτι ενός συνόλου, που σέβεται και παράγει έργο, που αναλαμβάνει ατομική ευθύνη. Σε αυτόν τον Ελληνα η ιστορία ίσως οφείλει κάτι.
Αυτό που με χαλάει.
Οι πρόσφατα -από το 1974 και μετά- χαμένες ευκαιρίες και η πρόοδος που έμεινε μισή σε μια περίοδο ειρήνης και σχετικής ευημερίας που ξεκίνησε με τόση ανάταση και υποσχέσεις. Οι ίντριγκες και οι τακτικίστικες στρατηγικές που μετέτρεψαν την ελευθερία σε ελευθεριότητα, την οικονομική ανάπτυξη σε ψυχοφθόρο διαφθορά και διαπλοκή, την ανάγκη δικαιοσύνης σε ανομία. Τα όποια τηλεοπτικά δελτία πανικού και παραπληροφόρησης. Η αστήρικτη ευδαιμονία του παρελθόντος -τόσο επιζήμια- και η παράδοσή μας στην καταστροφολογία και την αδράνεια.
Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Ελληνας σήμερα;
Το να είσαι Ελληνας δεν είναι ούτε προσόν ούτε μειονέκτημα, αλλά μια πραγματικότητα που οι ίδιοι κτίζουμε με τα έργα και τη συμπεριφορά μας. Εάν αυτή δεν μας αρέσει, είναι καθήκον μας να την κάνουμε καλύτερη για τις γενιές που έρχονται.
Παράγει πολιτισμό ο Ελληνας της νέας εποχής ή μένει προσκολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;
Αρκετοί παράγουν. Η ιστορία μας, όμως, κάνει τη ρητορική ελληνικότητα ελκυστική και εύκολη, ακόμα και για εκείνους που πιστεύουν ή προσποιούνται ότι την απεχθάνονται. Το μηρυκασμό οι νέοι δημιουργοί τον αποστρέφονται και προσπαθούν να ξεφύγουν από την κουλτούρα του πολτού. Το στοίχημα είναι η παιδεία και η εκλεκτικότητα του κοινού.
Με ποια ταυτότητα οι Ελληνες περιέρχονται τον σύγχρονο κόσμο;
Με μια διαχρονική ταυτότητα που αποτυπώνει τη σημερινή δύσκολη, κατάσταση, βασίζεται στην ιστορία μας και δανείζεται αισιοδοξία από τα όνειρά μας για το μέλλον, δείχνοντας τότε το κοσμοπολίτικο κομμάτι του χαρακτήρα μας.
Το ελληνικό μου «γιατί» κι ένα «πρέπει» που πέταξα.
Γιατί όλοι μας, ατομικά ο καθένας, να πληγώνουμε την Ελλάδα; Πέταξα την αίσθηση της «αναδελφοσύνης» που συνηθίζεται σχεδόν ως «πρέπει» στη χώρα μας. Νιώθω τυχερός ως Ελληνας κι ευτυχισμένος που δουλεύω με φοιτητές που κατάγονται από περισσότερες από 80 γωνιές του κόσμου.
Ο Ελληνας ποιητής μου.
Ο Σεφέρης και κάποιοι σύγχρονοι ποιητές.
Η αδιαπραγμάτευτη ελληνική αλήθεια μου.
Στον ελληνισμό, όπως και στην ιστορία μας, χρωστάμε, δεν μας χρωστάει. Αν το κατανοήσουμε, ίσως να γίνουμε ευτυχέστεροι ως Ελληνες.
Η οδός των Ελλήνων στον παγκόσμιο χάρτη - ορίστε την.
Διάσπαρτα αστέρια που μερικά σχηματίζουν έναν ιστό, όμως όλα με ιδιαίτερο, ελληνικό φως. Η οδός χαράζεται από τη δυνατότητα των Ελλήνων να γίνουν ενεργό κομμάτι του διαχρονικού ελληνισμού.
*Ο Σπύρος Μανιάτης είναι καθηγητής του Δικαίου Πνευματικής Ιδιοκτησίας, διευθυντής του Κέντρου Σπουδών Εμπορικού Δικαίου του Queen Mary University of London.

venerdì 6 settembre 2013

Διασπορά. Ναι, άξιζε η σπορά!

Η Διασπορά υπήρξε σπορά, διάδοση και άπλωμα του Ελληνισμού σε νέους ορίζοντες, ένα πετυχημένο μπόλιασμα του Ελληνισμού στις χώρες που δέχτηκαν μεταναστευτικά κύματα. 
Ο Ελληνισμός έτσι απλώθηκε παντού και κέρδισε νέους συνοδίτες και φίλους.
Βέβαια οι καταβολές δεν ξεχνιούνται! Όμως οι ρίζες απλώνονται και διακλαδίζονται σε νέα χώματα, κι ο κάθε απόδημος είναι σαν τον Οδυσσέα του Τέννυσον..ένα μέρος απ΄όσα γνώρισε στα ταξίδια της ζωής του.
Έτσι η ταυτότητα του κάθε ανθρώπου εξελίσσεται και εμπλουτίζεται στα πλαίσια των εμπειριών, των δραστηριοτήτων του και των σχέσεών του.
.

http://www.youtube.com/watch?v=e0tXieOosYo

mercoledì 4 settembre 2013

Το Εικοσιένα και η παροικία της Νάπολης

Απόκομμα από το βιβλίο που θα παρουσιαστεί στο ΙΤΗΠ, στις 11 Σεπτεμβρίου.

Jannis Korinthios, I greci di Napoli e del meridione d'Italia dal XV al XX secolo, AM&D Edizioni, Cagliari 2012, 294-300.



In questo periodo di grande effervescenza rivoluzionaria in Europa la diaspora avvertiva i presagi dell’imminente risorgimento.
Alla società segreta Φιλική Εταιρεία  avevano aderito quattordici greci della diaspora in Italia: tre di Barletta, tre di Livorno, cinque di Napoli, due di Trieste e uno di Pisa.
Nel decennio 1821-1830, dai porti italiani spesso partivano aiuti per gli insorti greci, inviati dai vari comitati filellenici; contemporaneamente decidevano di rimpatriare molti nazionali di Napoli insieme a molti altri greci della diaspora in Italia, partendo dai porti di Genova, Livorno, Trieste, Ancona e Napoli.
Il governo di Napoli seguiva con grande inquietudine gli avvenimenti del Levante. Dal 1821 fino a metà 1823 al ministero degli esteri erano succeduti il marchese di Circello, il principe Ruffo e il principe della Scaletta; dall’autunno del 1823 e per tutto il decennio il ministero era affidato a Luigi de’Medici.
I più grandi punti di osservazione della politica europea erano Londra, Parigi, Vienna e Pietroburgo; in queste capitali la corte di Napoli manteneva delle legazioni: Fabrizio Ruffo principe di Castelcicala dirigeva la legazione di Parigi, Guglielmo Costantino Ludolf quella di Londra, Antonio Statella principe di Cassero quella di Vienna e Giuseppe Costantino Ludolf quella di Pietroburgo. Paolo D’Ambrosio era, invece, il rappresentante diplomatico di Napoli a Costantinopoli. 
La corte di Napoli osservava con apprensione il focolaio rivoluzionario della Grecia, temendo che i fuoriusciti potessero mettersi in contatto con i rivoluzionari greci per espandere successivamente la rivoluzione anche nel regno delle Due Sicilie.
La presenza nel Levante di molti sudditi napoletani, esiliati o fuoriusciti dopo il nonimestre, preoccupava molto il governo borbonico; i servizi segreti di Napoli seguivano i movimenti in giro per l’Europa di Cesare Rossaroll, Vincenzo Pisa, Michele Cremesi, Giuseppe Isaia, Camillo e Gaetano Villani, Martuscelli, Serafino D’Auria, Giovanni Romey, Raffaele Poerio, Lorenzo De Conciliis, Giovanni Graziani, Nicola Imbimbo, Nicola Pionati, Crescenzo De Stasio, Luigi Galanti, Vincenzo Mortrilli, Riccardi, Ricciardelli, Rotondi, Mazza, Domenico Giannattasio, Francesco Romeo, Giovanni Russo, Carlo Cirillo e Carrascosa.
Giorgio Balsamo, console napoletano a Corfù, il 24 aprile 1821, metteva al corrente il ministro degli esteri, marchese di Circello, che il Gran Signore aveva convocato il patriarca greco, esortandolo con tutti i mezzi in suo potere e con larghe promesse a tranquillizzare lo spirito dei greci. Lo stesso console, il 18 agosto 1821, avvisava ancora che il generale fuoriuscito Cesare Rossarol era giunto a Calamata in Morea per sostenere gli insorti.
Il 1 luglio 1822 il ministro degli esteri, principe Ruffo, comunicava a tutte le delegazioni diplomatiche del regno che il governo rivoluzionario greco aveva deciso, a Corinto, con una risoluzione del 13/25 marzo 1822, di mettere in blocco tutte le rive e i porti occupati dalle forze ottomane tanto nell’Epiro che nel Peloponneso, Eubea e Tessaglia, da Epidauro fino a Salonicco, come altresì tutti i porti delle isole del Mar Egeo, Sporadi e Candia, comandati dai turchi, inibendo a tutti i navigli di qualunque nazione di entrarvi sotto pena di essere predati e giudicati secondo le loro leggi; nel comunicare queste misure il ministro chiedeva ai consoli di diffondere la notizia tra i regi sudditi per evitare i danni minacciati.
Il console napoletano in Alessandria d’Egitto, Riccardo Fantozzi, invocava, nel luglio del 1822, l’invio nell’arcipelago greco di qualche legno armato di S. M. per proteggere il commercio dei bastimenti nazionali nell’attuale lotta dei greci con i turchi, approfittando di questa navigazione in oggi che la marina mercantile ottomana non può navigare.
Il governo borbonico, in data 29 luglio 1822, deliberava di richiedere per mezzo dei suoi ministri alle potenze amiche di far proteggere da loro legni da guerra i bastimenti di real bandiera, limitando però tale protezione a soli legni che han le carte in regola.
Intanto il congresso di Verona, il 22 luglio 1822, confermava l’applicazione del principio dell’intervento degli alleati per salvaguardare i sovrani della Santa Alleanza dai rischi dei focolai insurrezionali e per reprimere le rivoluzioni scoppiate in diversi paesi, tra cui Spagna, Napoli e Piemonte; venne allora sottoscritto un trattato che al’art. 11 esprimeva ringraziamenti al papa per i suoi sforzi tesi a liberare l’Italia da ogni principio non cattolico e rilevava la necessità di rendere tutte le popolazioni italiane ligie al dogma cattolico e rigidamente osservanti dei precetti della religione cattolica.
Tra gli agenti diplomatici di Napoli nell’arcipelago c’era qualcuno che appoggiava le istanze rivoluzionarie dei greci, come risulta da un rapporto del vice console a Smirne, del 16 agosto 1822, che sospettava il vice console in Atene, Vitalis, d’aderenza al partito greco. Lo stesso vice console il 30 ottobre 1822 metteva al corrente che in Morea erano al servizio dei greci alcuni napoletani fuoriu- sciti che in passato erano stati ufficiali di cavalleria.
Gli insorti greci si procuravano frattanto armi e munizioni dall’estero; il governo di Malta aveva scoperto che i greci facevano delle spedizioni apparentemente per le isole Ionie e per la Sicilia per eludere le misure restrittive e che in un secondo tempo cambiavano le spedizioni per dirottare i carichi in Grecia. Il 13 febbraio 1823 il governo di Napoli decideva di proibire l’imbarco di generi di guerra nei porti di Sicilia tutte le volte che sieno diretti per quelli della Grecia.
Ma l’Europa liberale e illuminata premeva per il riconoscimento diplomatico della Grecia insorta dopo secoli di schiavitù. I greci della diaspora non rima- nevano certo indifferenti alle buone notizie che arrivavano dal Levante.
Anche la comunità nazionale di Napoli diede il suo apporto per la rigenerazione dell’Ellenismo; molti greci di Napoli, tra cui alcuni veterani dei reggimenti borbonici, rientrarono nei loro paesi d’origine per sostenere la lotta per la libertà; molti rientri ci furono fin dai primi mesi della sollevazione e appena giunse in Europa la notizia della rivoluzione greca.
A Napoli, il consiglio ordinario di Stato del 24 giugno 1822 discusse il caso sollevato dal rientro coatto del capitano Nicola Andruzzi, del tenente Nestore Andruzzi e del tenente Alessio Nacco, i quali essendosi, mesi sono, trasferiti in Corfù, previa real licenza, quel governo non volle permettere loro di disbarcare; avendo però preciso bisogno di condursi colà dove hanno la loro famiglia ed i loro beni, implorano che si passino a tale effetto gli uffizi o al ministro inglese residente in Napoli o al governo di Corfù; il consiglio dei ministri di Napoli acconsentiva al loro rimpatrio giacché essi avevano le loro famiglie in Corfù e vi possedevono stabili, per cui erano considerati come sudditi Ionii e il sovrano chiese all’ambasciatore inglese a Napoli di intervenire. 
Il 25 agosto 1823, il governo borbonico, presieduto dal primo ministro De’Medici, avendo saputo che una nave mercantile battente bandiera del regno era stata depredata nella rada di Missolonghi decideva di soprassedere, visto che il blocco posto dagli insorgenti greci ai porti e coste del dominio ottomano, tacitamente riconosciuto da tutte le potenze, precludeva la strada a qualunque officio, mol- to più che il capitan Minutillo di Molfetta, non ignorando le temibili conseguenze, vi si sottopose col tentare di eluderlo.
Lo stesso regio governo, il 31 dicembre 1823, decideva comunque d’inculcare a tutti gli agenti consolari nell’arcipelago di non riconoscere altra autorità che quella della Porta e di non eseguire alcuna imposizione di dazio volontariamente del governo greco, trattandosi di un governo intruso e rivoluzionario, ma quando vi fossero costretti dalla forza.
Contemporaneamente non si trascurava di seguire nel Levante i movimenti e le azioni dei napoletani fuoriusciti; il 3 maggio 1824, il primo ministro De’Medici, considerando la vicinanza delle isole Ionie alle coste del regno, soprattutto nell’Adriatico e l’essere quelle Isole il ricovero di tutti gli espatriati Napolitani e Siciliani, incaricava il regio console a Corfù di prendere contatti con il nuovo Lord Alto Commissario, il maggior generale Sir Frederick Adam, onde tali espatriati sieno meno considerati e se fosse possibile allontanati da colà o almeno mandati in Zante, isola più distante dal regno.
De’Medici incaricava altresì i consoli napoletani nell’arcipelago di informare gli armatori dei mercantili di non compromettersi prendendo carichi sospetti, visto che il senato d’Ipsarà aveva espresso lagnanze per infrazioni della neutralità praticate da’bastimenti europei e che lo stesso senato minacciava che, durante l’imminente campagna del pascià d’Egitto contro i Greci, i rivoluzionari greci avrebbero usato il diritto della guerra contro i legni europei carichi di materiali di guerra al servizio del pascià.
Il governo di Napoli manteneva comunque una posizione neutrale riguardo alla questione dei greci, in attesa di vedere gli sviluppi diplomatici delle iniziative messe in atto da tempo dalle potenze alleate. Il 28 febbraio 1826 il consiglio ordinario di Stato per salvaguardare questa neutralità non approvava la costruzione di una fregata di guerra per il viceré d’Egitto.
Il 7 agosto e l’8 ottobre 1826 il ministero degli affari ecclesiastici interveniva per respingere energicamente le nuove ingerenze della curia che tentava di vietare al cappellano dell’ambasciata russa e ad un vescovo russo, sostenuto dall’ambasciatore russo in persona, di officiare nella chiesa greca, in quanto scismatici.
Importante notare che nel 1827 troviamo tra gli stipendiati della confrater- nita tre preti, un medico e diversi avvocati che seguivano le pratiche legali del sodalizio.
Il console napoletano a Corfù, Giorgio Balsamo, informava, il 7 febbraio 1827, il ministero degli esteri che a Costantinopoli i ministri di Francia, Inghilterra e Russia erano stati incaricati di aprire delle trattative con la Porta relativamente alli Greci e che l’internunzio apostolico aveva avuto ugualmente l’ordine di partecipare a queste trattative. Sempre Balsamo inviava da Zante il 2 agosto 1827 una copia della Gazzetta Ionia contenente il trattato siglato il 6 luglio in Londra relativamente al destino dei greci, citando il New Times del 12 luglio. Il 16 agosto 1827, gli ambasciatori stranieri presentavano il testo del trattato del 6 luglio alla Sublime Porta dando un mese di tempo per la risposta.
Il 12 ottobre 1827 il parroco della chiesa riceveva la seguente circolare municipale sulla registrazione degli atti:
«Ad allontanare gli equivoci e le erronee interpretazioni, Ella o il di Lei coadjutore, avrà la compiacenza di segnare in lettere, e non già in cifre numeriche nei cartellini di nascite, negli estratti delle solenni promesse di matrimonio, il giorno, il mese e l’anno in cui è seguito il Santo battesimo o la celebrazione del matrimonio». 

La battaglia di Navarino propiziava nuovi riconoscimenti diplomatici per la Grecia insorta. Ma il governo di Napoli preferiva mantenere ancora una posizione attendista, come risulta da una lettera del primo ministro De’Medici all’ambasciatore napoletano a Londra Ludolf, datata 20 dicembre 1827:
«L’affare principale che nel momento debbe servir di termometro alla politica si è quello delle conseguenze del fatto di Navarino. Quanto a noi, particolarmente, l’unica nostra cura dovrà essere quella di conservare in ogni caso la più stretta neutralità, senza prendere nessuna parte nelle vertenze e nelle discussioni della Porta colle Grandi Potenze. Non v’ ha dubbio che qualche sussurrio siasi elevato tra i liberali per i fatti d’Oriente. Vi si osserva la stessa gioja fra essi per le convulsioni che suppongono dover seguire il fatto di Navarino e la stessa lusinga che, in mezzo ad una conflagrazione generale, si possa aprir loro una via da realizzare le chimere presso le quali corrono. Vostra Eccellenza ha fatto cenno nell’ultima sua de’20 Novembre della idea di aversi qualche segreta comunicazione colle Autorità Greche, ora soprattutto che il Conte Capodistria sarà alla loro testa, col solo oggetto, anche interessandovi gli Alleati, che i greci possibilmente rispettino le coste del regno vicine alla Grecia e non tentino d’inquetarle, sia con spedizioni predatorie sia cooperando con i rivoluzionari esteri al loro servizio, se avessero qualche sinistro progetto. Nella zona dei principii, di cui il governo è secondo le massime del potere assoluto, una qualunque tendenza ad apertura di comunicazioni, siano dirette siano indirette, colle Autorità Greche attuali, darebbe luogo a sospetti ed a diffidenze sul nostro conto. Per questa considerazione Sua Maestà, nell’atto che nessuna ostilità userà verso i greci, non farà, d’altronde, qualsiasi passo per istabilire co’capi del loro governo una corrispondenza qualunque, sino a che la loro causa non sia definitivamente decisa, in un modo o nell’altro, dalla intervenzione delle Grandi Potenze. Sino a quel punto una stretta neutralità è la sola che convenga alla nostra posizione, senza entrare in altr’impicci, profittando, intanto, naturalmente de’vantaggi che potrà lo stato attuale delle cose offrire al nostro commercio».
Dal 1828 in poi molte sovvenzioni vennero elargite dalla confraternita per consentire il rimpatrio di numerosi nazionali, desiderosi di stabilirsi nel nuovo Stato.
Il 14 maggio 1828, Ch. Nikolaidis scriveva questa lettera ai governatori e fratelli della Chiesa ortodossa di Napoli: 

Αναχωρών δια την αγαπητήν μας πατρίδα με την ελπίδα να την ωφελήσω και από πλησίον, καθώς και μακρόθεν ενήργησα οπωσούν δια το καλόν της, στοχάζομαι περιττόν να σας διηγηθώ τί έκαμα δια την πατρίδα, και τί ελπίζω να κάμω, επειδή ό, τι και αν κάμη τις δια την πατρίδα είναι χρέος του· αρκούμαι μόνον να σας φανερώσω την δι' εμέ καλήν απόφασιν να καταβώ είς την Ελλάδα.