ΤΑ ΚΕΛΛΙΑ ΤΗΣ ΤΗΝΟΥ

ΤΑ ΚΕΛΛΙΑ ΤΗΣ ΤΗΝΟΥ
Και στα Κελλιά με χρώματα άσπρα και ήλιο μεθούν

venerdì 6 dicembre 2019

Ut pictura poesis. ΑΝΤΩΝΗΣ ΦΩΣΤΙΕΡΗΣ-ΓΙΑΝΝΗΣ ΨΥΧΟΠΑΙΔΗΣ, ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2019)

Σήμερα έλειπα από το πρωί. Μάθημα σε σχολείο. Συναντήσεις με διάφορους φορείς και παράγοντες για τον προγραμματισμό της Παγκόσμιας Ημέρας Ελληνικής Γλώσσας (9 Φεβρουαρίου 2020).
Φέτος το πρόγραμμα θα είναι πολύ πλούσιο, έχει ήδη δηλώσει συμμετοχή μεγαλύτερος αριθμός Λυκείων από την Ιταλία και την Ελλάδα και γι΄αυτό απαιτείται ακόμα πολλή δουλειά για να διοργανωθεί όσο το δυνατόν καλύτερα.
Μόλις έμπαινα στο σπίτι βρήκα στο γραμματοκιβώτιο να προεξέχει ένας μεγάλος φάκελος με σκληρό περιεχόμενο. Αμέσως κατάλαβα ότι είχε μέσα ένα βιβλίο.
Αφού τον απεγκλώβισα με μεγάλη προσοχή, αναγνώρισα αμέσως τον αποστολέα χάρη στα καλλιγραφημένα γράμματά του.
Ο φίλος Αντώνης Φωστιέρης κάτι πολύτιμο μου έστελνε πάλι.
Τον άνοιξα σιγά σιγά για να μην σχίσω τον φάκελλο.
Διατηρώ στη βιβλιοθήκη μου όλους τους φακέλους με τους οποίους μου είχε στείλει όλα του τα ποιητικά βιβλία.
Όταν πήρα έκπληκτος στα χέρια μου το νέο του πόνημα, ξέχασα την κούραση μιας μέρας, έσβησα την τηλεόραση κι εντυπωσιασμένος από το καλαίσθητο εξώφυλλο άρχισα να το ξεφυλλίζω ευλαβικά, με θαυμασμό και με μεγάλη προσοχή.

Ο Γιάννης Ψυχοπαίδης σε αυτή την Ζωγραφική Συνομιλία με την Ποίηση συναντά την ποίηση του Αντώνη Φωστιέρη, προσεγγίζει ποιήματά του από τις συλλογές Σκοτεινός Έρωτας, Το θα και το να του θανάτου, Η σκέψη ανήκει στο πένθος, Πολύτιμη Λήθη και Τοπία του Τίποτα με πρωτότυπα ζωγραφικά έργα και προβάλλει ευρηματικά το εικαστικό τους ισοδύναμο.






Ένα τέτοιο βιβλίο δεν πρέπει να λείπει από τα σπίτια όσων αγαπούν την ποίηση και την τέχνη.


Αυτό το βιβλίο δύο κορυφαίων δημιουργών είναι οι πιο θερμές κι ευπρόσδεκτες ευχές για την προσεχή Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας 2020.

giovedì 5 dicembre 2019

#nonesistonolinguemorte Open Day al LICEO VICO di Napoli, L@boratori @perti, 12 dicembre 2019, 16.30-18.00


Progetto GRECO VIVO: da tre anni al liceo G.B. Vico di Napoli il greco moderno e il greco antico insieme in curricolo con la compresenza del docente di materie classiche e del docente madrelingua. 

martedì 3 dicembre 2019

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΩΝ ΔΥΟ ΣΙΚΕΛΙΩΝ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ (1821/1830). Mελέτη σε συνέχειες, ενόψει της μεγάλης επετείου του 2021 (Θ)





1821-2021
200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821

Το Εικοσιένα υπήρξε ένα κομβικό σημείο στην  ιστορία του διαχρονικού Ελληνισμού αλλά και της ιστορίας της σύγχρονης Ευρώπης. 
Η μελέτη αυτή βασίζεται σε ανεκμετάλλευτα αρχεία και τεκμήρια που παρατίθενται ψηφιακά για πρώτη φορά στον ιστότοπο ΚΕΛΛΙΑΝΟΣ, προκειμένου να εμπλουτιστεί και διευρυνθεί η ιστορική έρευνα και ο επιστημονικά δημόσιος λόγος για το 1821 ενόψει της μεγάλης επετείου του 2021.
Ο ΚΕΛΛΙΑΝΟΣ φιλοξενεί μια νέα προσέγγιση του Εικοσιένα και ένα ψηφιακό αρχείο ανοιχτό και προσβάσιμο σε όλους.


Α Το Βασίλειο των Δύο Σικελιών και οι Μεγάλες Δυνάμεις (1820-1830)
https://kellianos.blogspot.com/2019/03/18211830-2021.html
Β Οι κυβερνήσεις του Βασιλείου των Δύο Σικελιών (1821-1830)
Γ Η κυβέρνηση του Luigi de’ Medici di Ottajano  (1822-1830)
https://kellianos.blogspot.com/2019/04/18211830-2021_29.html
Δ Οι κυβερνήσεις του Βασιλείου των Δυο Σικελιών και η Ελληνική Προσωρινή Διοίκηση
Ε Το Βασίλειο των Δύο Σικελιών και η Πύλη
ΣΤ Η υποψηφιότητα του Βουρβώνου πρίγκιπα Καρόλου της Κάπουας
Ζ Η διασπορική παροικία της Νάπολης
H Οι προξενικές αρχές των Δύο Σικελιών στην Ανατολική Μεσόγειο

Θ
Η ναπολετάνικη διπλωματία έναντι του ελληνικού ζητήματος 


Η κυβέρνηση της Νάπολης διέθετε πληρεξούσιους υπουργούς και έκτακτους απεσταλμένους στις κυριώτερες πρωτεύουσες των Δυνάμεων.
Στο Παρίσι ήταν ο Fabrizio Ruffo di Castelcicala (17631832), στη Βιέννη ο Alvaro Ruffo (1754-1825), στην Πετρούπολη ο Antonino Maresca, duca di Serracapriola (1750-1822),  και αργότερα ο Giuseppe Costantino Ludolf (1787-1875) και στο Λονδίνο ο πατέρας του Guglielmo Costantino Ludolf (1759-1839).
Βλ. Massimiliano PEZZI - Mario SPAGNOLETTI, Guglielmo Costantino Ludolf. Nota per la biografia di un diplomatico europeo tra Sette e Ottocento,  “AFRICANA”, Rivista di Studi Extraeuropei, XV (2009),  σσ. 81-86. C. CASSINA, Incomprensioni controrivoluzionarie: il caso di F. R., principe di Castelcicala (1763-1832), “Trimestre”, XLIII (2010), 1-4, σσ. 11-26. H. ACTON, I Borboni di Napoli, (1734-1825), Milano-Firenze 1974; G. GALASSO, Storia d’Italia, XV, 5, Il Regno di Napoli. Il Mezzogiorno borbonico e risorgimentale (1815-1860), Torino 2007b.
Οι διπλωμάτες ενημέρωναν την κυβέρνηση των Δύο Σικελιών για τους διπλωματικούς χειρισμούς των Μεγάλων Δυνάμεων. Τα έγγραφά τους παρέχουν χρήσιμες πληροφορίες για την αντιμετώπιση του ¨ελληνικού ζητήματος¨. Ο βασιλιάς Φερδινάνδος απαιτούσε πλήρη και συνεχή ενημέρωση για τα “affari d’Oriente” και συνιστούσε στους διπλωμάτες του να μεταδίδουν με κάθε λεπτομέρεια τα στοιχεία που κατάφερναν να συλλέξουν αλλά να αποφεύγουν επιμελώς κάθε εμπλοκή. 
Η εθνεγερσία των Ελλήνων δημιουργούσε, σύμφωνα με τη διπλωματία της Νάπολης,  “une nouvelle masse d’embarras et de dangers à la situation déjà trop critique de l’Europe” κι έθετε την Ιερή Συμμαχία μπροστά σε ένα πολύπλοκο δίλημμα:  η παροχή βοήθειας στους Έλληνες επαναστάτες θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην παραβίαση των κοινώς παραδεδεγμένων αρχών του δημοσίου δικαίου, ενώ η καταπολέμησή τους θα έθιγε τα θρησκευτικά αισθήματα κάθε χριστιανικού έθνους: “une attitude passive, bien differente d’une neutralité proprement dite, était le seul moyen de concilier … les principes du droit public avec les sentiments religieuses”.
Βλ. ASN, Casa Reale, 1660:  Exposé historique de l’affaire de Levant depuis ses origines jusqu’ au moment de la mort de l’Empereur Alexandre. Επίσης A. NUZZO, La rivoluzione greca e la questione d’Oriente nella corrispondenza dei diplomatici napoletani (1820-1830), Salerno 1934, σ. 17. 
Για τους  Έλληνες προείχε η επιτυχία του αγώνα τους. Είχαν  βέβαια την εύνοια και την στήριξη των λαών της Ευρώπης αλλά στόχευαν να κατακτήσουν και την ανοχή και στήριξη των  Μεγάλων Δυνάμεων.
Ο Giuseppe  Costantino Ludolf σε ένα πολύ ενδιαφέρον “Quadro degli Affari in Oriente” που είχε συντάξει λίγο μετά την  άφιξή του στην Πετρούπολη, στα τέλη του 1824, σημείωνε τα εξής: “La Grecia corre alle armi, si rende così ribelle al Governo Ottomano per conseguire una immaginaria libertà e scuotere il giogo; si è calcolato sulla supposizione o che, sostenuta dalla Russia, rimarrebbe vittoriosa, o che, abbandonata a se stessa, ne diverrebbe la vittima; ma non s’è pensato alla resistenza che farebbe la medesima a tutte le forze dell’Impero Ottomano, e non s’è avuto presente la situazione del detto Impero, che … crolla sotto il peso della propria debolezza… I Gabinetti Europei credettero meglio insistere sulla necessità di abbandonare intieramente i Greci alle proprie forze, d’anatemisare, per così dire, la guerra da loro dichiarata … e rendere l’Europa indifferente alla lotta dei due popoli;… invece, le nazioni non videro nella rivolta dei Greci un atto di ribellione, ma bensì tutt’un popolo che combatteva per quel che v’è di più caro, la propria salvezza e la propria religione; e, benché forti i Governi, l’opinione generale essendo di veder liberi i Greci, i Gabinetti si trovano compressi dalla necessità di mantenere i principi da loro espressi e d’ascoltare però la voce che richiama altamente la loro protezione in aiuto degli infelici loro fratelli d’Oriente”. Και συνέχιζε με τις εξής παρατηρήσεις: “Quel che prima di tutto richiedeva l’attenzione dei Gabinetti era di impedire che la scoppiata rivoluzione della Grecia tirasse a lungo; perché si doveva calcolare il vero pericolo di una ribellione che si renderebbe quasi legittima, quando verrebbe consacrata da una lunga resistenza e da atti di coraggio degni di una sì giusta causa… E s’ è creato a favore dei Greci un numeroso e forte partito, che … influisce sulle risoluzioni dei ministri dei Gabinetti interessati”.
Βλ. Società Napoletana di Storia Patria, Biblioteca, Carte Ludolf. Επίσης A. NUZZO, La rivoluzione greca e la questione d’Oriente nella corrispondenza dei diplomatici napoletani (1820-1830), Salerno 1934, σσ. 74-78. 
Όταν ξέσπασε η επανάσταση οι διπλωματικές αρχές των Δύο Σικελιών  έγραφαν ότι η ελληνική επανάσταση ήταν αποτέλεσμα των σκευωριών συνωμοτικών και ανατρεπτικών στοιχείων και  των μυστικών μηχανορραφιών  dei settari  κι ανησυχούσαν για τις δυσμενείς επιπτώσεις που θα είχε σε ευρωπαϊκό επίπεδο η επικράτηση των Ελλήνων επαναστατών που διεκδικούσαν την ελευθερία τους.  
Βλ. ASN, Affari Esteri, 647, επιστολή του Ludolf, με ημερομηνία 24 Ιουλίου 1821, στον πρωθυπουργό Circello.
Ο ναπολιτάνος πρέσβυς Serracapriola έγραφε από την Πετρούπολη στις 29 Αυγούστου 1821 στον πρωθυπουργό Tommaso Maria di Somma, marchese di Circello (1737-1826): “trionfanti i Greci ci sarebbe un esempio funesto per l’Europa”.
Βλ. A. NUZZO, La rivoluzione greca e la questione d’Oriente nella corrispondenza dei diplomatici napoletani (1820-1830), Salerno 1934, σ. 58.
Πολλοί πρόξενοι των Δύο Σικελιών ήταν προκατειλημμένοι κι εχθρικώς διακείμενοι απέναντι στους Έλληνες που είχαν ξεσηκωθεί. 
Ο γενικός πρόξενος στην Ανατολική Μεσόγειο, Girardi, διαβεβαίωνε στις 19 Νοεμβρίου 1821 τον πρωθυπουργό  marchese di Circello ότι οι Έλληνες δεν επρόκειτο να επικρατήσουν, ότι η Πύλη “per fini politici ha voluto risparmiarli” κι ότι ο οθωμανικός στόλος “avrebbe potuto inseguirli e con un solo vascello incenerirli tutti separatamente nei loro porti ove erano ammucchiati”. 
Ο Girardi ήταν πεπεισμένος ότι ο σουλτάνος θα κατάφερνε να εξουδετερώσει τα ανατρεπτικά σχέδια των Ελλήνων υπηκόων του. Ο ίδιος, στις 31 Δεκεμβρίου 1821, έγραφε στον πρωθυπουργό marchese di Circello τα εξής ενδεικτικά: “l’orgoglio e la bassezza, la presunzione e la viltà formano le basi del carattere di questi Greci moderni. L’interesse pecuniario è il loro più possente stimolo e domina ogni altro sentimento”.
Λίγα χρόνια αργότερα, στις 14 Απριλίου 1824, κι ο υποπρόξενος στη Σμύρνη Franceschi, τρέφοντας κι αυτός παρόμοια εχθρικά αισθήματα, έγραφε για τους εμφύλιους σπαραγμούς των Ελλήνων στον πρωθυπουργό de’ Medici: “i greci più che mai sono divisi dalle discordie intestine, prodotte da rivalità e dalle particolari viste d’ambizione e di cupidigia”.
O ίδιος πάντα, στις 31 Δεκεμβρίου 1824, σκιαγραφούσε με τον παρακάτω σκληρό τρόπο τους Έλληνες αγωνιστές: “i capi civili e militari della nazione sempre disuniti tra loro dall’interesse e dall’ambizione e più attenti a spogliare il popolo che a concertare delle misure di salvezza pubblica; frequenti sommosse popolari contro i ricchi; infine, miseria, codardia e uno scoraggiamento generale”.
Bλ. ASN, Affari Esteri, 2989.
Ο δε marchese Nicola Intonti (1775-1839), υπουργός της αστυνομίας επί πρωθυπουργίας de’ Medici, υποστήριζε στα 1826 ότι οι Έλληνες αγωνιστές “dove vi è da rubare, sono più o meno numerosi; dove poi si deve combattere, restano molto pochi, e tra di loro si ammazzano e tradiscono l’uno coll’altro”.
Bλ. ASN, Casa Reale, 1364.
Πρέπει ωστόσο να τονιστεί ότι μερικοί προξενικοί πράκτορες των Δύο Σικειλιών συμπαραστάθηκαν πολλές φορές τον άμαχο ελληνικό πληθυσμό. Κατά την καταστροφή της Χίου, που ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων σε όλη την Ευρώπη, ο ναπολιτάνος υποπρόξενος παρέσχε άσυλο σε εξακόσια περίπου άτομα, τα οποία κατάφερε να διασώσει από βέβαιο θάνατο.
Ο πρόξενος του Βασιλείου στην Κωνσταντινούπολη Giovan Battista Navoni, γράφει, στις 25 Μαΐου 1822, στον υπουργό εξωτερικών Tommaso di Somma, marchese di Circello, ότι “la carneficina fatta dai Turchi ha fatto fremere e inorridire tutta l’Europa”.
Bλ. ASN, Affari Esteri, 243.
Η Πύλη είχε άριστες σχέσεις με τη διπλωματική αντιπροσωπεία των Δύο Σικελιών στην Κωνσταντινούπολη. Ο πρόξενος Navoni, στις 25 Ιουνίου 1821, ενημέρωνε τον  υπουργό marchese di Circello για τη θερμή υποδοχή που του επιφύλαξε ο καπετάν πασάς κατά την επίδοση των διαπιστευτηρίων: “Il Capitan Pascià, che mi accolse con la massima gentilezza, mi disse che fra tutte le Legazioni quella d’Inghilterra e quella delle Due Sicilie sono senza  macchia in queste circostanze e che godiamo tutta la fiducia della Porta”.
Οι αναφορές και εκθέσεις του  Navoni προς το Υπουργείο Εξωτερικών παρέχουν ενδιαφέροντα στοιχεία για την καταρρέουσα οθωμανική αυτοκρατορία  κατά  την περίοδο της εκρήξεως της ελληνικής εθνεγερσίας. 
Ο επιτετραμμένος της Νάπολης είχε ακριβή και λεπτομερή γνώση της καταστάσεως, χάρη στη  μακρά παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη και στην άμεση αντίληψη της πολιτικής κρίσης· στις 25 Μαρτίου 1821 ενημέρωνε ότι “la situazione degli affari interni di quest’Impero presenta il più deplorevole quadro di un cadente Impero”, δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι μόνο ένα θαύμα του προφήτη θα μπορούσε να αποτρέψει την επικείμενη καταστροφή και διάλυσή του.
Bλ. ASN, Affari Esteri, 243.
Από τη μεριά του, ο Giuseppe Romano που αντικατέστησε τον Navoni κατά τη διάρκεια της εθνεγερσίας, υποστήριζε ότι η εξέγερση των Ελλήνων ήταν εσωτερικό ζήτημα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, του οποίου η επίλυση δεν επρόκειτο να καθυστερήσει.
Ο Romano πίστευε ότι οι διχόνοιες που έπλητταν τους Έλληνες δεν θα επέτρεπαν την ευόδωση των ανατρεπτικών τους σχεδίων και ότι ο έμπειρος Ιμπραήμ θα κατάφερνε να τους υποτάξει και να επαναφέρει την τάξη: “si vedrà presto annientata la baldanza dei Greci, pessima gente in generale”. 
Bλ. ASN, Affari Esteri, 246, επιστολή του Romano της 10ης Ιουλίου 1825.

Ιμπραήμ Πασάς (1789-1848)

Ωστόσο φοβόταν τις απερίσκεπτες αντιδράσεις των φανατισμένων κι ευέξαπτων Τούρκων: “È da compiangersi che non sia ancora in noi cessato il timore di morire scannati dall’inquieto popolaccio turco, che riguarda i Franchi come causa di tanti mali”.
Bλ. ASN, Affari Esteri, 247, επιστολή του Romano της 25ης Οκτωβρίου 1826.
Ο οξύνους Ludolf παρακολουθούσε από την Πετρούπολη τις εξελίξεις του ανατολικού ζητήματος και διαβίβαζε στην  κυβέρνηση τις πολιτικές του αναλύσεις κι εκτιμήσεις. 
Ο Ναπολιτάνος διπλωμάτης ισχυριζόταν ότι ο Αλέξανδρος ήταν ο συνεκτικός κρίκος που συγκρατούσε τις φυγόκεντρες δυνάμεις που κλόνιζαν  συθέμελα την Ιερή Συμμαχία κι επισήμαινε ότι ο θάνατος του τσάρου θα προκαλούσε αναπόφευκτα τη διάλυσή της. 
Αλέξανδρος 1ος της Ρωσίας
Ο Ludolf  διατύπωνε την πρόβλεψη ότι αργά ή γρήγορα η Αγγλία θα ευνοούσε τις ελληνικές ελπίδες: “L’Inghilterra non puole non considerare, senza qualche gelosia per il suo commercio, la sempre crescente potenza del Pascià d’Egitto… Non conviene ad essa vedere la Grecia, l’isola di Creta ecc. sotto il dominio di un uomo così intraprendente; ed è in questo che forse esiste ancora per la Grecia una speranza di sottrarsi alla rovina che la minaccia. L’Inghilterra cercherà, dunque, d’impedire che Mehemet Alì resti possessore delle nuove sue conquiste… Resterà a vedere se il Pascià vorrà restituire quello ch’è probabilmente per lui il prezzo e la ricompensa della guerra”.
Βλ. Società Napoletana di Storia Patria, Biblioteca, Carte Ludolf, όπου επιστολή του Ludolf από την Πετρούπολη με ημερομηνία 27 Μαΐου 1826.
Μεχμέτ Αλή πασάς της Αιγύπτου
 (1769 – 1849)

Ο Φραγκίσκος ο 1ος, με αφορμή τις διαβουλεύσεις των Δυνάμεων για την πολιτειακή διευθέτηση του ελληνικού ζητήματος, έστελνε στις 10 Φεβρουαρίου 1827 τις παρακάτω οδηγίες στον πρέσβυ Antonio Statella, principe di Cassero (1785-1864), που είχε μόλις αναλάβει τη διπλωματική αντιπροσωπεία των Δύο Σικελιών στη Βιέννη, μετά το θάνατο του προκατόχου του Alvaro Ruffo (1754-1825): “Mi sembra che il Gabinetto di Vienna non sia disposto a secondare all’intutto le mire dell’Inghilterra e della Russia, che vorrebbero rendere i Greci indipendenti. Questo avvenimento non lascia di essere di molta importanza per Noi; perchè, verificandosi stato d’indipendenza, nuovi motivi d’inquietudine ci verrebbero da quella parte per la vicinanza dei Nostri Stati coi luoghi in insurrezione, atteso i principii democratici che in essi principalmente si sostengono, e perché i medesimi dan ricetto a tutti i fuoriusciti… Il vostro zelo dev’essere diretto ad insinuare opportunamente, che, nel concorrersi all’emancipazione dei cristiani dal giogo de’Turchi, si prendano misure tali da non dare maggior fomento e mezzi ai rivoluzionari, e si conservi quello stato di pace che è tanto necessario al bene dell’Europa”.
Bλ. ASN, Affari Esteri, 3468.
Ο πρωθυπουργός de’ Medici  κοινοποιούσε, την 1η Απριλίου 1827, στον πρέσβυ  principe di Cassero τις κατευθυντήριες γραμμές που όφειλε να ακολουθήσει στον χειρισμό του ελληνικού ζητήματος κατά τη διάρκεια των επαφών που θα είχε με παράγοντες της αυστριακής κυβέρνησης: “Sua Maestà certamente non si nasconde l’influenza che i torbidi della Grecia esercitar possono nei diversi Stati… Ma gli effetti di questa malefica influenza formar debbono parte della massa delle considerazioni politiche di alta sfera che occupano le Grandi Potenze; come quelli che  possono essere il prodotto de’travestimenti diversi che lo spirito di novità è solito prendere in ciascheduno Stato; e debbono perciò riguardare esclusivamente la Grande Alleanza, la quale coi suoi mezzi può svellere la possibilità di tali perniciosi risultamenti, o limitarli e circoscriverli. Li Stati minori non hanno che a coadiuvare dal canto loro le grandi operazioni dell’Alleanza, col modificar o col cercare di diminuire con savi e prudenti regolamenti interni lo spirito di novità”.
Bλ. ASN, Casa Reale, 1478. Για τις αντιδράσεις της Πύλης μετά την καταστροφή του τουρκοαιγυπτιακού στόλου στο λιμάνι του Ναβαρίνου και για τον ρωσοτουρκικό πόλεμο βλ. στο ASN, Affari Esteri, 247, αναφορές του Romano προς τον πρωθυπουργό de’Medici με τις παρακάτω ημερομηνίες: 26 Νοεμβρίου 1827, 11 Δεκεμβρίου 1827, 27 Δεκεμβρίου 1827, 11 Ιανουαρίου 1828, 3 Μαρτίου 1828, 11 Μαΐου 1828, 11 Ιουλίου 1828, 26 Ιουλίου 1828 και 24 Δεκεμβρίου 1828.
Οι διαβουλεύσεις των Δυνάμεων για την χάραξη των συνόρων της Ελλάδος (πρωτόκολλο του Πόρου) δεν άφησαν αδιάφορη τη διπλωματία της Νάπολης. Ο πρέσβυς των Δύο Σικελιών στο Παρίσι από το 1815, Fabrizio Ruffo, principe di Castelcicale, ενεργούσε παρασκηνιακά για τον περιορισμό των συνόρων νοτιότερα της συνοριακής γραμμής που είχαν προτείνει οι πρέσβεις των τριών ΔΥνάμεων κατά τη διάσκεψη του Πόρου (κόλπος της Άρτας - Ζητούνι - Βόλος). Ο principe di Castelcicale ενημέρωνε στις 17 Οκτωβρίου 1829 τον διευθυντή του υπουργείου Εξωτερικών Ferdinando Girardi (1760-1860) για τις ενέργειες και πρωτοβουλίες που ανέπτυξε για να επηρεάσει την πορεία των διαπραγματεύσεων: “Sulla Grecia ho esposto quanto danno sia il dargli una così grande estensione sino al golfo di Arta da una parte e quello di Volo dall’altra, per il Regno di Napoli in contatto, per così dire, coi rivoluzionari Greci ed esteri che sono in Grecia, che possono con breve navigazione e quasi diretta inquietare soprattutto con sordi intrighi”.
Bλ. ASN, Affari Esteri, 454.
Στις αρχές του 1830 ο πρέσβυς του Βασιλείου στο Λονδίνο, Guglielmo Costantino Ludolf, ήλθε σε επαφή με τον πρίγκιπα του Σαξονικού Κοβούργου Λεοπόλδο, στον οποίο είχε προσφερθεί το στέμμα της Ελλάδος. 
Λεοπόλδος του Σαξονικού Κοβούργου

Κατά τη συνάντησή του με τον Λεοπόλδο ο Ludolf εξέφρασε τις προθέσεις της κυβέρνησης των Δύο Σικελιών να έχει μαζί του καλές σχέσεις: “Non ho lasciato questa opportuna occasione per dirgli che, essendo Sovrano della Grecia, sarebbe nostro vicino quasi immediato, e che il Re Nostro Signore, conoscendo intimamente Sua Altezza Reale stimerà importante e di vantaggio pe’ suoi Reali Dominii di stabilire e mantenere amichevoli corrispondenze con Essa”.






Copyright Γιάννης Κορίνθιος





lunedì 2 dicembre 2019

Αριστείδης Χατζής, Η γέννηση του ελληνικού Τύπου (Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 1.12.2019)

Η γέννηση του ελληνικού Τύπου

ΠΟΛΙΤΙΚΗ 
αριστερά, η πρώτη σελίδα του φύλλου αρ. 20 των «Ελληνικών Χρονικών» (8/3/1824). Δεξιά, «O Λόρδος Bύρωνας με σουλιώτικη φορεσιά». Eλαιογραφία του Thomas Phillips. Aθήνα, βρετανική πρεσβεία.
Στις 8 Μαρτίου 1824 κυκλοφόρησε στο Μεσολόγγι το 20ό τεύχος της εφημερίδας «Ελληνικά Χρονικά». Το τεύχος αυτό αποτέλεσε την αφορμή για το πρώτο σοβαρό επεισόδιο λογοκρισίας στην ιστορία του ελληνικού Τύπου. Με πρωταγωνιστή τον Λόρδο Μπάιρον, που, ουσιαστικά, απαγόρευσε την κυκλοφορία της εφημερίδας. Ας δούμε γιατί.
Στην πρώτη σελίδα του συγκεκριμένου τεύχους δημοσιεύονταν η συνέχεια και το τέλος ενός δοκιμίου με θέμα την έννοια της ελευθερίας. Οι επόμενες τρεις σελίδες ήταν αφιερωμένες σε ένα κρούσμα πανώλης που είχε τρομοκρατήσει την πόλη. Στο τέλος της τέταρτης σελίδας η εφημερίδα έκλεινε με ένα σύντομο σημείωμα με θέμα τον φιλελληνισμό των Ούγγρων. Ο οποίος οφείλεται, όπως υπονοούσε ο συντάκτης, σε παρόμοιες εμπειρίες με τους Ελληνες καθώς ήταν και αυτοί ένας λαός που διεκδικούσε την ελευθερία του – από τους Αυστριακούς. Ο συντάκτης του άρθρου ήταν ο Ιάκωβος Μάγερ, ο φιλέλληνας Ελβετός που, έχοντας πολιτογραφηθεί Ελληνας, διηύθυνε την εφημερίδα.
Το τεύχος ξεσήκωσε θύελλα στο Μεσολόγγι. Ο Λόρδος Μπάιρον εξοργίστηκε τόσο πολύ όταν το διάβασε, που έδωσε εντολή να κατασχεθούν όλα τα τεύχη και να καταστραφούν ή, τουλάχιστον, να μη φύγουν από το Μεσολόγγι. Τους λόγους μάς τους εξηγεί ο προσωπικός του γιατρός, ο Σκωτσέζος Τζούλιους Μίλινγκεν: «Ο Μάγερ δεν έδινε καμία σημασία στις συνέπειες όσων έγραφε. Στο 20ό τεύχος της εφημερίδας δημοσίευσε ένα κείμενο που απευθυνόταν στους Ούγγρους και χρησιμοποιούσε τόσο φιλελεύθερη και επαναστατική γλώσσα που ήταν απολύτως βέβαιο ότι θα προκαλούσε οργή στην Αυλή της Βιέννης που ήταν ήδη αρνητικά διακείμενη απέναντι στην Ελλάδα. Ισως, μάλιστα, το κείμενο να την οδηγούσε να αναλάβει δράση που θα έβλαπτε την ελευθερία των Ελλήνων. Ο Λόρδος Μπάιρον αισθάνθηκε ότι είχε καθήκον να εξαφανίσει κάθε αντίτυπο του συγκεκριμένου τεύχους και, επιπλέον, να υποχρεώσει τον εκδότη να διαβεβαιώσει ρητά την ελληνική κυβέρνηση ότι θα απέφευγε στο εξής κάθε είδους κριτική στις πολιτικές των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων». Σύμφωνα με τον ταγματάρχη Γουίλιαμ Πάρι, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος όχι μόνο συμφωνούσε με τον Μπάιρον αλλά ήταν και αυτός που του επισήμανε τον κίνδυνο από τη δημοσίευση του φλογερού άρθρου. Τα τεύχη εξαφανίστηκαν. Τέσσερις ημέρες μετά κυκλοφόρησε το διπλό τεύχος 20-21 με την ίδια περίπου ύλη αλλά χωρίς αναφορά στους Ούγγρους.
Για τον Μπάιρον και τον Μαυροκορδάτο προείχε η επιτυχία του Αγώνα. Προϋπόθεση της οποίας ήταν η εξασφάλιση της στήριξης ή, τουλάχιστον, της ανοχής των μεγάλων δυνάμεων. Από την άλλη, ο Μάγερ δεν βρισκόταν τυχαία στη θέση του εκδότη. Τον επέλεξε ο συνταγματάρχης Λέστερ Στάνχοπ, ο άνθρωπος που δημιούργησε τον ελληνικό Τύπο, ενισχύοντάς τον με πιεστήρια και χρήματα. Ο Στάνχοπ έφθασε στο Μεσολόγγι τον Δεκέμβριο του 1823 ως εκπρόσωπος της Φιλελληνικής Εταιρείας του Λονδίνου συνοδεύοντας τον Λόρδο Μπάιρον. Οι δυο τους θα έλεγχαν τη διαχείριση του πρώτου δανείου προς τους Ελληνες επαναστάτες. Αλλά οι σκοποί τους ήταν πολύ διαφορετικοί.
Διαφορετικές προσεγγίσεις
Εχει ενδιαφέρον να δούμε τον διαφορετικό τρόπο που θέτουν τις προτεραιότητες ένας στρατιωτικός και ένας ποιητής. Ο Στάνχοπ είναι ιδεαλιστής, ρομαντικός, θα τον χαρακτήριζε κάποιος ακόμη και ιδεοληπτικό. Ερχεται στην Ελλάδα για να τη μετατρέψει σε εργαστήριο εφαρμογής φιλελεύθερων και ωφελιμιστικών ιδεών (ανήκε στον ριζοσπαστικό κύκλο του Τζέρεμι Μπένθαμ). Ο Μπάιρον, παρά τις πολλές ιδιοτροπίες του, είναι πραγματιστής, δεν ξεχνάει ποτέ ότι ο βασικός στόχος είναι η στρατιωτική επιτυχία της Επανάστασης που προϋποθέτει την εύνοια των μεγάλων δυνάμεων. Η σύγκρουση μεταξύ του «θετικού ποιητή» και του «ρομαντικού στρατιώτη», κατά τον Αντρέ Μορουά, επικεντρώνεται στον ρόλο του Τύπου. Ο Μπάιρον είναι βέβαιος πως δεν θα βοηθήσει την ελληνική υπόθεση ο Τύπος αλλά τα όπλα και τα χρήματα, ενώ ο Στάνχοπ θεωρεί ότι το «χρυσάφι και το σίδερο» είναι απλώς εξαρτήματα. Η σύγκρουση αυτή θα γίνει δυσάρεστη και για τους δύο και θα οδηγήσει σε αλληλοϋπονόμευση.
Ο Μπάιρον θα παραμείνει στο Μεσολόγγι με τον Μαυροκορδάτο και ο αφελής και αγνός Στάνχοπ θα πέσει στα δίχτυα του παμπόνηρου Οδυσσέα Ανδρούτσου. Ομως ο τραγικός θάνατος του Μπάιρον και η ανάκληση του Στάνχοπ στη Μεγάλη Βρετανία θα αποκλιμακώσει τη σύγκρουση. Τι απομένει; Οι δύο εφημερίδες που ίδρυσε και στήριξε οικονομικά ο Στάνχοπ, τα «Ελληνικά Χρονικά» με εκδότη τον Μάγερ και η «Εφημερίδα Αθηνών» με εκδότη τον Γεώργιο Ψύλλα. Τον Ψύλλα τον επιλέγει ο Στάνχοπ γιατί διαθέτει και αυτός τα απαραίτητα φιλελεύθερα διαπιστευτήρια. Το 1824 (η χρονιά της γέννησης του ελληνικού Τύπου) θα ιδρυθεί και τρίτη εφημερίδα, ο «Φίλος του Νόμου» στην Υδρα. Την ελέγχουν πολιτικά οι Κουντουριώτηδες, αλλά την αναθέτουν στον Ιταλό φιλέλληνα Ιωσήφ Κιάππε. Ομως ο Κιάππε είναι σκληρός καρμπονάρος και θα συνεργαστεί από την πρώτη στιγμή με τον Μάγερ. Οταν την επόμενη χρονιά οι επαναστάτες αποφασίσουν να ιδρύσουν τη «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος» (τον πρόγονο της «Εφημερίδας της Κυβέρνησης») θα διορίσουν πρώτο διευθυντή έναν άλλον φιλελεύθερο, τον Θεόκλητο Φαρμακίδη. Ο Φαρμακίδης, μάλιστα, είχε ήδη συνδεθεί με το πρώτο, ήσσονος σημασίας, περιστατικό λογοκρισίας. Η «Σάλπιγξ Ελληνική», που διηύθυνε, εξέδωσε μόνο τρία φύλλα τον Αύγουστο του 1821 και διέκοψε την κυκλοφορία της γιατί ο Δημήτριος Υψηλάντης ήθελε να ασκεί προληπτική λογοκρισία.
Φαίνεται ότι το σχέδιο του Στάνχοπ είχε πετύχει. Οι φιλελεύθεροι διανοούμενοι ασκούσαν πρωτοφανή ιδεολογική ηγεμονία μέσω του Τύπου. Το μέγεθος της επιτυχίας θα φανεί αργότερα, όταν ο Τύπος θα αποτελέσει το αποτελεσματικότερο πολιτικό όπλο των φιλελεύθερων κατά του αυταρχισμού του Καποδίστρια και των Βαυαρών.
Αλλά η μεγαλύτερη επιτυχία του ήταν η επιρροή που ασκούσε στην παραδοσιακή κοινωνία. Ο ίδιος ο Ιμπραήμ έδωσε εντολή στα κανόνια που πολιορκούσαν το Μεσολόγγι να στοχεύσουν και να καταστρέψουν το τυπογραφείο των «Ελληνικών Χρονικών» ενώ οι αγράμματοι Σουλιώτες οπλαρχηγοί πίεζαν αφόρητα τον Μάγερ.
«Εσύχναζαν πολλοί εις το κατάστημα της Τυπογραφίας, και πολλάκις κενόδοξοι τον ενοχλούσαν χωρίς λόγον, ζητώντες επιμόνως να φαίνωνται τα ονόματά των και τα ονόματα των πληγωμένων συγγενών των καταλεπτώς» περιγράφει γλαφυρά ο Μακεδόνας αγωνιστής Νικόλας Κασομούλης.
Ομως, δεν είναι τόσο αυτό που πρέπει να μας εντυπωσιάσει όσο εκείνο που συνέβη όταν ο Γιώργος Τζαβέλλας απείλησε ανοικτά τον Μάγερ. Τότε, τρεις σημαντικοί οπλαρχηγοί («στρατηγοί»), ο Θανάσης Ραζηκότσικας, ο Νικόλας Στουρνάρης και ο Μήτσος Κοντογιάννης, επισκέφτηκαν τον Μάγερ, ο οποίος μόλις τους είδε υπέθεσε ότι θα του ζητούσαν να προσέχει περισσότερο από εδώ και μπρος – ίσως και να ζητήσει συγγνώμη από τον Τζαβέλλα. Σίγουρα δεν περίμενε να ακούσει αυτά τα λόγια:
«Οταν τυπώσης, ζήτησε δύναμιν [φρουρά] να σε δώσωμεν, και γράψε ό,τι γνωρίζεις ελεύθερα, χωρίς συστολήν, τα καλά και τα κακά μας».

* Ο κ. Αριστείδης Χατζής είναι καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦίΜ). Η σειρά άρθρων με θέμα τα φιλελεύθερα, δημοκρατικά και νεωτερικά χαρακτηριστικά της Επανάστασης του 1821 αποτελεί μέρος του εκπαιδευτικού προγράμματος του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦίΜ) με θέμα: «Ελλάδα 2021: Διακόσια χρόνια από τη Φιλελεύθερη Επανάσταση».

lunedì 25 novembre 2019

ΤΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΩΝ ΔΥΟ ΣΙΚΕΛΙΩΝ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ (1821/1830). Mελέτη σε συνέχειες, ενόψει της μεγάλης επετείου του 2021 (Η)


1821-2021
200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821

Το Εικοσιένα υπήρξε ένα κομβικό σημείο στην  ιστορία του διαχρονικού Ελληνισμού αλλά και της ιστορίας της σύγχρονης Ευρώπης. 
Η μελέτη αυτή βασίζεται σε ανεκμετάλλευτα αρχεία και τεκμήρια που παρατίθενται ψηφιακά για πρώτη φορά στον ιστότοπο ΚΕΛΛΙΑΝΟΣ, προκειμένου να εμπλουτιστεί και διευρυνθεί η ιστορική έρευνα και ο επιστημονικά δημόσιος λόγος για το 1821 ενόψει της μεγάλης επετείου του 2021.
Ο ΚΕΛΛΙΑΝΟΣ φιλοξενεί μια νέα προσέγγιση του Εικοσιένα και ένα ψηφιακό αρχείο ανοιχτό και προσβάσιμο σε όλους.


Α Το Βασίλειο των Δύο Σικελιών και οι Μεγάλες Δυνάμεις (1820-1830)
https://kellianos.blogspot.com/2019/03/18211830-2021.html
Β Οι κυβερνήσεις του Βασιλείου των Δύο Σικελιών (1821-1830)
Γ Η κυβέρνηση του Luigi de’ Medici di Ottajano  (1822-1830)
https://kellianos.blogspot.com/2019/04/18211830-2021_29.html
Δ Οι κυβερνήσεις του Βασιλείου των Δυο Σικελιών και η Ελληνική Προσωρινή Διοίκηση
Ε Το Βασίλειο των Δύο Σικελιών και η Πύλη
ΣΤ Η υποψηφιότητα του Βουρβώνου πρίγκιπα Καρόλου της Κάπουας
Ζ Η διασπορική παροικία της Νάπολης

H
Οι προξενικές αρχές των Δύο Σικελιών 
στην Ανατολική Μεσόγειο


Η κυβέρνηση της Νάπολης διέθετε προξενικές έδρες στα κυριότερα λιμάνια του Αιγαίου και της Μεσογείου που είχαν μεγάλη εμποροναυτιλιακή δραστηριότητα και στα οποία προσορμίζονταν πλοία με σημαία του βασιλείου των Δύο Σικελιών.
Βλ. Lamberto RADOGNA, Storia della Marina mercantile delle Due Sicilie (1734-1860), Mursia 1978. Βλ. επίσης Augusto GΡΑΖΙΑΝΙ, La politica commerciale del Regno delle Due Sicilie, «Atti della Accademia Pontaniana», VI, (1956-1957), Napoli, Giannini Editore, 1958 και Augusto GΡΑΖΙΑΝΙ, Le relazioni commerciali fra il Regno delle Due Sicilie e gli altri Paesi Europei ed Extraeuropei, «Atti della Accademia Pontaniana», VI, (1956-1957), Napoli, Giannini Editore, 1958.
Υποπροξενεία λειτουργούσαν στην Αθήνα, στην Χίο, στα Χανιά, στην Σύρο, στη Μύκονο, στη Μυτιλήνη, στην Κύθνο, στην Τήνο και στην Κύπρο, που υπάγονταν στην δικαιοδοσία του Γενικού Προξένου της Ανατολικής Μεσογείου, με έδρα την Σμύρνη, cavaliere Antonio Girardi. 
Οι προξενικοί αυτοί πράκτορες εκπροσωπούσαν ταυτόχρονα κι άλλες κυβερνήσεις·ο υποπρόξενος στα Χανιά, Pietro Capogrosso, ήταν επίσης πρόξενος της Αγγλίας, ο υποπρόξενος στην Σύρο, Natale Vucino, εκτελούσε χρέη υποπροξένου της Γαλλίας, ο υποπρόξενος στη Νάξο Crisante Girardi, διηύθυνε και το αυστριακό υποπροξενείο, ο υποπρόξενος στη Μυτιλήνη, Domenico Sarandelli, ήταν παράλληλα υποπρόξενος της Αγγλίας, της Ολλανδίας και της Αυστρίας, ο υποπρόξενος στην Κύθνο (Thermia), Luca Tarantino,  εκτελούσε και χρέη υποπροξένου της Αγγλίας και της Ισπανίας και, τέλος, ο υποπρόξενος στη Μύκονο, Giorgio Ghizy,  ήταν συνάμα υποπρόξενος της Γαλλίας.
Βλ. ASN, Affari Esteri, 2987, όπου έγγραφο  αρ. 73 της 28ης Οκτωβρίου 1822 του Antonio Girardi.
Έδρα προξενείου των Δύο Σικελιών υπήρχε και στην Κέρκυρα· εκεί υπηρετούσε ο Salvi μαζί με τον Giorgio Balsamo. Υποπρόξενος στην Κύπρο ήταν ο Girolamo Callimery και στην Τήνο ο Ignazio Ruggieri.
Mέχρι το 1815 λειτουργούσε στην Κωνσταντινούπολη διπλωματική αντιπροσωπεία (Legazione) του βασιλείου των Δύο Σικελιών, την οποία διηύθυνε ο Guglielmo Costantino Ludolf (1755-1839). 
Tο βασίλειο των Δύο Σικελιών διέθετε από το 1815 έναν Εμπορικό Επιτετραμμένο (Regio Incaricato d’Affari) στην Κωνσταντινούπολη. Κατά την δεκαετία 1820-1830 υπηρετούσαν εκεί ο Giambattista Navoni και ο Giuseppe Romano. Στην δικαιοδοσία του Επιτετραμμένου στην Κωνσταντινούπολη υπαγόταν το προξενείο της Θεσσαλονίκης που διηύθυνε ο Άγγλος Pietro Chasseaud. 
Η κυβέρνηση της Νάπολης διέθετε επίσης Γενικό Προξενείο στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, επικεφαλής του οποίου ήταν ο Riccardo Fantozzi. Στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας προσορμίζονταν πολλά εμπορικά πλοία με σημαία των Δύο Σικελιών που εκτελούσαν μεταφορές στο Αιγαίο και στην Μεσόγειο.
Το βασίλειο των Δύο Σικελιών είχε προβεί στη σύσταση πολλών προξενικών γραφείων για να υπερασπίζει τα συμφέροντα της εμπορικής ναυτιλίας και για να διευκολύνει τις θαλάσσιες μεταφορές και το διαμετακομιστικό εμπόριο. Για την εμπορική ναυτιλία των Δύο Σικελιών κατά τα έτη 1823-1829, για τον αριθμό των πλοίων και για την χωρητικότητα σε τόνους βλ. Fr. BALLETTA, Le Due Sicilie e l’Egitto nel secolo XIX, Genève 1979, σσ. 59-101. Η μείωση της σιτοπαραγωγής της Αιγύπτου προκάλεσε μια κάμψη στις ναυλώσεις των εμπορικών σκαφών,  η δε εξέγερση των Ελλήνων είχε προκαλέσει αναπόφευκτα μια στασιμότητα στην διακίνηση εμπορευμάτων στο Αιγαίο.
To βασίλειο των Δύο Σικελιών είχε συνάψει εξάλλου στενές εμπορικές σχέσεις με τις τρεις ηγεμονίες (Reggenze) της Τύνιδας, της Τριπολίτιδας και της Αλγερίας, δεδομένου ότι αλιείς από το Torre del Greco και από το Trapani ασχολούνταν με την προσοδοφόρα αλιεία κοραλλιών στις ακτές της βόρειας Αφρικής.
Υποπροξενείο των Δύο Σικελιών λειτουργούσε και στην Τύνιδα με επικεφαλής αρχικά τον Saverio de Martino και αργότερα τον Renato de Martino και τον conte Filippi.

Copyright Γιάννης Κορίνθιος